Youmag.gr
Κριτική του Δύο γυναίκες, δύο θεές από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, της συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη, από την Κατηγορία Ελληνική Λογοτεχνία. Ένα αριστουργηματικό αφηγηματικό δίπτυχο από...

Κριτική του Δύο γυναίκες, δύο θεές από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, της συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη, από την Κατηγορία Ελληνική Λογοτεχνία.

Ένα αριστουργηματικό αφηγηματικό δίπτυχο από μια δασκάλα του είδους που ευκολύνεται στη «μικρή φόρμα» να αναπτύξει μεγαλειώδεις σκέψεις και απόψεις, για τη Ζωή, τον Άνθρωπο και την Τέχνη.

Περισσότερο θα σταθώ ως θεατρολόγος και ποιητής-κριτικός στο δεύτερο μέρος, στη μετα-μυθική «Εγώ, η Αριάδνη» της: ένας δραματικός μονόλογος στο ύψος της κατά Krista Wolf «Κασσάνδρας». Αναμένω να το δω αυτό το μεγαλειώδες κείμενο να «ανεβαίνει» σε βραδιά αναλογίου, γιατί έχει όλα τα στοιχεία και την εσωτερική συνέχεια προκειμένου να συναρπάσει τον θεατή-αναγνώστη, είτε είναι «επαρκής» είτε αμύητος. Μέσα από την αποδόμηση κι αμφισβήτηση του γνωστού μύθου η Ρέα Γαλανάκη πλάθει μια καινούργια αρχή, έναν «μίτο» καινοφανούς μυθολογίας.

Aegean Airlines – Ο μεγαλύτερος ελληνικός αερομεταφορέας σας ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο με μοναδικές προσφορές!

Και τα δύο κείμενα αυτού του πρωτότυπου δίπτυχου βασίστηκαν σε προγενέστερα σύντομα κι ολιγόλογα διηγήματα, που ανεπτύχθησαν εδώ, όχι σε πλήρη «μυθιστορηματική» φόρμα αλλά στο ενδιάμεσο αυτό είδος της «νουβέλας» που δεν κουράζει τον αναγνώστη με σχοινοτενείς περιγραφές κι επαναλήψεις.

Στο πρώτο μέρος λοιπόν με τίτλο «Αθηνά Βοσκοπούλα», εμπνευσμένο από ένα έργο του πολύπαθου Γιαννούλη Χαλεπά, η αφηγηματική φωνή απευθύνεται στον πληθυντικό αριθμό προς τον αδικημένο και παραγνωρισμένο (το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του) νεκρό γλύπτη, τον Ροντέν της Ελλάδας (κατά την ταπεινή μου γνώμη). Εδώ οι επαναλήψεις δεν αποφεύγονται (δίκην leitmotiv) και ο υβριδικός χαρακτήρας αυτού του μυθοπλαστικού δοκιμίου (που περιορίζεται όμως από τα ιστορικά γεγονότα) δεν επιτρέπει στην καλή και διακεκριμένη συγγραφέα Ρέα Γαλανάκη να αρθεί στο ύψος της μυθοπλαστικής ελευθερίας που απολαμβάνει να ασκεί στο «Εγώ, η Αριάδνη».

Με αυτό θέλω να πω πως είναι (κατά τη γνώμη μου πάντα) κατώτερο από τεχνικής πλευράς [και δεν αναφέρομαι σε δύο συγγνωστά τυπογραφικά λάθη, το σοβαρότερο στη σελ. 50, ούτε βεβαίως στο ασύντακτο κι εν πολλοίς ακατανόητο τέλος του παραθέματος στη σελ. 79, μήτε στην αφηγηματική σύγχυση των σελίδων 95-96, μήτε στην άτεχνη «εσωτερική ομοιοκαταληξία «παιδάκι-αγαλματάκι» της σελ. 67, αλλά διαγιγνώσκω μία κάποια δραματουργική δυστοπία (για να μην πω «δυστοκία») στην όλη δόμηση των κεφαλαίων και στην περιττή, κουραστική επανάληψη κάποιων πτυχών της ζωής του Χαλεπά, που όχι μόνον δεν λειτουργούν ως leitmotiv αλλά δημιουργούν σύγχυση, κούραση και απορία στον αναγνώστη, σε πολλά σημεία – φυσικά, έχω επίγνωσιν πως είμαι ο πρώτος που επισημαίνει και γράφει κάτι τέτοιο, αλλά στο λειτούργημα του κριτικού συμπεριλαμβάνεται ο εντοπισμός των υφάλων και η σήμανσίς των διά φάρων…].

Εν ολίγοις το Δύο γυναίκες δύο θεές, πρόκειται για ένα αριστουργηματικό ιμπρεσιονιστικό, δραματικό δίπτυχο αφήγημα, που επιδέχεται όμως τεχνικών τελειοποιήσεων σε μια επόμενη έκδοση «αναθεωρημένη και βελτιωμένη».