Youmag.gr
Διήγημα: Ένα Κορίτσι
του Γιάννη Νικολούδη * Για το υπόλοιπο διάστημα που τους έμενε μέχρι τη καθορισμένη μέρα της αναχώρησης τους απ’ την πόλη, συνέχιζαν να κάνουν ότι έκαναν και τον προηγούμενο καιρό, μετέφεραν νεκρούς με το ίδιο αίσθημα βουβής αηδίας και αγανάκτησης, πάλευαν στους δρόμους και στις σκηνές των ξένων αποστολών... Read more
Διήγημα: Στο Παρίσι
του Θανάση Χειμωνά * Οδηγούσε σ’ έναν εξοχικό δρόμο, ένα αυτοκίνητο που δεν ήταν το δικό της. Γύρω ερημιά κι έπειτα ξαφνικά μπήκε σε ένα τούνελ που βρέθηκε μπροστά της. Το πόρτ μπαγκάζ έβγαζε φλόγες. Κόκκινες, πράσινες, μπλε φλόγες, μωβ και πορτοκαλιές. Θέριευαν και την πλησίαζαν. Το τούνελ στένευε,... Read more
Διήγημα: Η Νηφαλιότητα του Αλκοόλ
της Κατερίνας Σαμψώνα * Αναθυμιάσεις, μόνο αυτό κατάλαβες όταν άνοιξες τα μάτια σου. Δεν ήξερες που βρισκόσουν, το μόνο που ήξερες ήταν ότι το στόμα σου ήταν ανύπαρκτο από το αλκοόλ. Εξατμίστηκε και αυτό μαζί με κάθε ζωντανό κύτταρο του εγκεφάλου σου. Προσπάθησες να ανοίξεις ξανά τα μάτια σου... Read more
Διήγημα: Δίψα
της Ειρήνης Φράγκου * Δεν είχες αρρωστήσει ποτέ. Δε νοσηλεύτηκες ποτέ σε νοσοκομείο. Δεν σου συνταγογράφησε ποτέ γιατρός φάρμακα. Δεν χρειάστηκες ποτέ σφράγισμα. Δε φόρεσες ποτέ γυαλιά πρεσβυωπίας. Βασικά, δε σε θυμάμαι ποτέ, γιαγιά, να έχεις έστω ταλαιπωρηθεί από ένα απλό συνάχι. Και θα ζούσες για πολλά πολλά χρόνια... Read more
Δίηγημα: Η Σπηλιά
της Άννας Καντή * Καθώς έστριβε το τιμόνι της βάρκας προς το στόμιο της θαλάσσιας σπηλιάς, κάτι μέσα του τού έλεγε “μην μπεις, πρόσεξε, μην μπεις”. Αλλά μπήκε. Ξημέρωνε, μόλις είχε μαζέψει τα δίχτυα και είπε να κάνει μια περιήγηση, προτού αράξει στο λιμάνι. Βραχώδες το νησί, με πολλά... Read more
Διήγημα: Σκοτεινή Σιγή
της Ευδοξίας Γραμμένου * Ο πόνος σου είναι έρωτας, η μοναξιά φοβάται τη μορφή σου. Ο άνεμος με κάνει ένα με ‘σένα. Ακούω τη φωνή σου κι η θάλασσα συμφωνεί μαζί μου. Τα δάκρυά μου γίνονται στίχοι και πέφτουν πάνω στο κερί της ευτυχίας. Το ουράνιο τόξο κρύβεται ακόμα... Read more
Διήγημα: Το παιδί και το αγόρι
της Μαρίας Παυλοπούλου * Το παιδί ανασηκώθηκε ελαφρά στο κρεβάτι και αφουγκράστηκε τη βαριά σιωπή που είχε τυλίξει το δωμάτιο. Πάλι χιονίζει…, σκέφτηκε ερμηνεύοντας την ξαφνική απουσία κάθε ήχου και τυλίχτηκε πιο σφιχτά γύρω στο αδύνατο κορμάκι του τη φθαρμένη κουβέρτα. Καθώς έβηξε δεν πρόλαβε να φέρει το χέρι του μπροστά... Read more
Διήγημα: Ανθρώπινα κενά
της Ευτυχίας Κανάρη * Κουβαλούσε μια ξύλινη βαλίτσα με λαβή από καφέ δερματίνη. Ήταν φορητό καβαλέτο, που μέσα του είχε τέμπερες, πινέλα, παστέλ, μολύβια, κάρβουνα, τα μπλοκ ζωγραφικής του, ό,τι χρειαζόταν για να αποτυπώνει όσα έβλεπε στην πόλη. Πεινούσαμε. Οι ζωγραφιές του πατέρα μου, όποτε πουλιόντουσαν, δε μπορούσαν να... Read more
Διήγημα: Η σχέση μου με τα τραίνα
του Ευθύμιου Καλλή * Αν επρόκειτο να ταξιδέψω σήμερα με τραίνο, θα προτιμούσα να είναι ένα από αυτά της δεκαετίας του 30 με τα οποία πηγαινοερχόμουνα Σέρρες-Αθήνα. Το σημερινό μονόχωρο βαγόνι, με τα αεροπορικού τύπου καθίσματα, καθαρό και περιποιημένο, ψυχρό και απρόσωπο, έστω και αν ταξιδεύει γρήγορα, δεν με... Read more
Διήγημα: Μία παράξενη μέρα του Κύριου Αρίσταρχου
του Γιώργου Γιαννόπουλου * Είναι 10 το πρωί, έχω ξεκινήσει για τις συνήθεις πρωινές υποχρεώσεις ενός συνταξιούχου. Μπαίνω στο Femme το καφέ-μπαρ της γειτονιάς μου. Κάθομαι και περιμένω κάποια απ τις κορμάρες σερβιτόρες που έχει κουβαλήσει από την Ουκρανία ο Παναγιωτόπουλος (μπάτσος ιδιοκτήτης εκ Καλαμάτας). Ενώ σκέπτομαι τα συνηθισμένα... Read more