Youmag.gr
Διήγημα: Ένα Κορίτσι Διήγημα: Ένα Κορίτσι
του Γιάννη Νικολούδη * Για το υπόλοιπο διάστημα που τους έμενε μέχρι τη καθορισμένη μέρα της αναχώρησης τους απ’ την πόλη, συνέχιζαν να κάνουν... Διήγημα: Ένα Κορίτσι

του Γιάννη Νικολούδη *

Για το υπόλοιπο διάστημα που τους έμενε μέχρι τη καθορισμένη μέρα της αναχώρησης τους απ’ την πόλη, συνέχιζαν να κάνουν ότι έκαναν και τον προηγούμενο καιρό, μετέφεραν νεκρούς με το ίδιο αίσθημα βουβής αηδίας και αγανάκτησης, πάλευαν στους δρόμους και στις σκηνές των ξένων αποστολών βοήθειας για να βρουν κάτι να φάνε, μιλούσαν τις νύχτες οι τρεις τους στην μισοσκότεινη κάμαρα σκαρφίζοντας σχέδια για τη μελλοντική οδύσσεια τους – τίποτα (πέρα από τη νευρική εκείνη αίσθηση προσμονής που απέκτησαν) δεν άλλαξε, τα πράγματα κυλούσαν όπως πριν, δίχως τίποτα απ’ όλα αυτά που ζούσαν να μπορεί πια να θεωρηθεί έκπληξη, εκτός ίσως από την ιδιότυπη σχέση που απέκτησε εκείνος με το μικρό κορίτσι του δρόμου, κάτω από το σπίτι, όπου οι τρεις άντρες διέμεναν.

Αν και η λέξη σχέση φάνταζε υπερβολική• περισσότερο ήταν μια από απόσταση επαφή με τα μάτια (γιατί ποτέ δεν την πλησίασε να της μιλήσει)• τη κοίταζε απ’ το παράθυρο της κάμαρης τους και κάποιες φορές τον κοιτούσε κι αυτή• αυτός της έριχνε σοβαρές, σχεδόν αυστηρές ματιές θαρρείς ανήσυχου γονιού• κι εκείνη (όσες φορές τα παιχνίδια του δρόμου, εκείνα τα εξουθενωτικά τρεχαλητά μες στο κουρνιαχτό και τις στάχτες, δεν της αποσπούσαν τη προσοχή) του αντιγύριζε βλεφαρίσματα, κλεισίματα ματιών• άλλες φορές του έβγαζε περιπαικτικά τη γλώσσα τσατισμένη θαρρείς με το επίμονο, σχεδόν κατασκοπευτικό του βλέμμα.

Με κάθε νέα σύνδεση ρεύματος ή φυσικού αερίου κερδίζετε 50€ δωροκάρτα Shell

Ήταν ένα ισχνό, αποστεωμένο παιδί το πολύ δέκα ετών. Ήταν ένα υποσιτισμένο άρρωστο παιδί με χλωμή σάρκα και ένα στρογγυλό οστεώδες πρόσωπο που υπόφερε από μια αφύσικη κιτρινίλα. Μέρα παρά μέρα έσκαγε μύτη στη γειτονιά παίζοντας είτε μόνη της είτε με άλλα παιδιά μέσα στα συντρίμμια των γύρω σπιτιών.

Για πάντα θα θυμόταν τη φωνή της: νότες από ένα πιάνο τσακισμένο με σάπια πλήκτρα, αλλά που έβγαζαν μελωδία από μια αρχαία αναπόφευκτη πίστη στη λατρεία της μουσικής.

Την έβλεπε και την άκουγε αργά τα απογεύματα όταν επέστρεφε μαζί με τον αδερφό του και τον Άλμπερτ απ’ το κουβάλημα των νεκρών στους δρόμους, κρατώντας το ξερό ψωμί που τους απέφερε αυτή η εργασία. Ακουμπούσε τους αγκώνες του στο περβάζι του παραθύρου και έμενε να τη κοιτάει για ώρα – παρακολουθούσε κάθε της κίνηση, κάθε της γκριμάτσα, κάθε της δισταγμό ή αφελή παρατολμία μέσα στη παιδική χαρά που είχε στηθεί στα αποκαΐδια και τα χαλάσματα του δρόμου.

Ο αδερφός του ή ο Άλμπερτ τον ρωτούσαν τι ήταν αυτό που κοίταζε τόσο επίμονα και αυτός, δίχως να αποστρέφει το βλέμμα του απ τη δραστηριότητα της άλλοτε συνοικίας, έλεγε, «Τίποτα».

Με κάθε burger, δώρο αναψυκτικό 330ml!

Κι ας τους είπε ότι εκείνη θα πέθαινε• δεν το πίστευε. Όχι όσο την έβλεπε να χοροπηδάει με ενεργητικότητα πάνω από σωρούς καρβουνιασμένων δομικών υλικών• όχι όσο την έβλεπε να κυνηγάει γελώντας τα άλλα παιδιά• όχι όσο τον κοίταζε με τέτοια ζωηρή, πειραχτική διάθεση και του έκλεινε το μάτι και του χαμογελούσε και του έδειχνε συμπάθεια με την απερίσκεπτη αφέλεια που χαρακτηρίζει την ηλικία της.

Δεν το πίστευε. Και αφέθηκε στη συμπάθεια της και στη λύπη του και με βάση αυτά έπλασε κάτι καινούριο μέσα του και άρχισε να εθελοτυφλεί. Αλλά ακόμα και μέσα στην ύπνωση του αυτή (ότι όλα εν τέλει θα πήγαιναν καλά για το μικρό κορίτσι, την ιστορία του οποίου ποτέ δεν θα μάθαινε) δεν έπαυε να έχει συνείδηση των φόβων του και της λειψής του θέλησης, της δειλίας του. Γιατί όταν ο κουρελιασμένος στρατιώτης – απολειφάδι ενός πολέμου που κανείς πια δεν θυμόνταν πότε ξεκίνησε – άρχισε να πλευρίζει το κορίτσι, αυτός δεν αντέδρασε, δεν τόλμησε να αντιδράσει. Ο άντρας αυτός είχε όπλο, είχε συμπολεμιστές.

Δεν του έμενε λοιπόν, παρά να παρακολουθεί με ιδρωμένες παλάμες τα βρώμικα σκονισμένα καλέσματα του άντρα και τους ελιγμούς του κοριτσιού, που πάντα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, (λες και είχε αντιληφθεί τους πραγματικούς σκοπούς του άντρα) κατάφερνε να ξεφεύγει. Κάθε διαφυγή του κοριτσιού τόνωνε μέσα του τη πεποίθηση πως όλα θα πήγαιναν καλά και ημέρευε την αίσθηση της μουδιασμένης ανικανότητας του.

Τις νύχτες ο ύπνος ερχόταν δύσκολα – οι έγνοιες του είχαν παγιδευτεί στη σκέψη εκείνου του παιδιού, του μικρού κοριτσιού, του μοναδικού ατόμου μέσα σε εκείνη τη πολιτεία για το οποίο είχε νιώσει κάτι – λύπη, αγωνία, συμπαράσταση… τι άλλο; Απ’ την αρχή της παραμονής του στη πόλη είχε την αίσθηση ότι όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι γύρω του, η μιζέρια τους, τα βάσανα τους, το ανώφελο της καταστροφής τους, όλα αυτά, ήταν το αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης και ξεχασμένης παράστασης, όλα απόμακρα και σκονισμένα και γκρίζα, δεν άφηναν κανένα αποτύπωμα μέσα του.

Το κορίτσι εκείνο του δρόμου απέδειξε πως δεν είχε γίνει σκληρότερος ή απαθής, πως οι άμυνες του δεν ήταν παρά μια κλωστή καμωμένη από την ίδια του τη ρουτίνα: τίποτα δεν είχε σκληρύνει μέσα του και αν κάτι άλλαξε αυτό ήταν το σκοτάδι, που είχε απλωθεί σαν δεντροσκιά στο σούρουπο βαραίνοντας τον, αφήνοντας τον ανυπεράσπιστο. Ήταν αδύναμος.

Και ήταν ένα ξέσπασμα καθαρά ενάντια στη λογική της επιβίωσης του το να βγάλει το κεφάλι του έξω απ το παράθυρο ένα απόγευμα και να φωνάξει στο κορίτσι, να το προειδοποιήσει, να του επιστήσει τη προσοχή για τον κίνδυνο που το παραμόνευε. Έπαιζε πάλι μέσα στα αποκαΐδια που δεν είχαν πάψει ποτέ να καπνίζουν και ας είχε ξεχαστεί η σφοδρότητα των βομβαρδισμών, και στα συντρίμμια, μόνο του, γυμνόστηθο, φορώντας ένα φθαρμένο τσαλακωμένο πανταλόνι – μια λιλιπούτεια αχαμνή φιγούρα σε ένα κόσμο σε κόκκινο σαν αίμα μεταίχμιο.

Αυτός εξακολουθούσε να φωνάζει στο παιδί και οι ήχοι του λαρυγγιού του δημιουργούσαν ηχώ στα νεκρά ντουβάρια της γειτονιάς και την ίδια ώρα, μιας και ο τρόμος του δεν έπαυε ποτέ (ούτε καν για εκείνες τις λίγες στιγμές του ξεσπάσματος του) να υπάρχει, δεν σταμάτησε καθόλου να σαρώνει με το βλέμμα του τον δρόμο ψάχνοντας το οτιδήποτε θα μπορούσε να τον προδώσει στις βάναυσες διμοιρίες των στρατιωτών που αδέσποτες, λυμαίνονταν ακόμα την πόλη.

Οι φωνές του κράτησαν κάμποσο και απ’ όσο μπόρεσε να καταλάβει κανείς δεν τον είχε προσέξει, ούτε καν οι δυο συγκάτοικοι του, που τους είχε πάρει ο ύπνος πάνω στα ξεχαρβαλωμένα ράντζα πίσω απ’ το παράθυρο απ’ όπου αυτός στεκόταν. Το κορίτσι δεν είχε στραφεί ούτε για μια στιγμή να τον κοιτάξει. Τα ερείπια για άλλη μια φορά είχαν αποσπάσει τη προσοχή της, όχι όμως τόσο ώστε να μη μπορεί να ακούσει τις φωνές του. Και καθώς συνέχιζε να την παρακολουθεί σκεφτόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη συμπεριφορά του κοριτσιού.

Λίγο αργότερα μπήκε σε υποψίες και μετά, όταν κι άλλα παιδιά μαζεύτηκαν στη γειτονιά και αυτός παρατήρησε με προσοχή τις αντιδράσεις του κοριτσιού στα καλέσματα τους, σιγουρεύτηκε πως η βουβαμάρα της στις προηγούμενες προειδοποιήσεις του ήταν υπεράνω οποιασδήποτε ανεύθυνης παιδικής συμπεριφοράς: το κορίτσι δεν είχε την αίσθηση της ακοής. Να έφταιγε ο πόλεμος γι’ αυτό; Να έφταιγε ο Θεός;

Έπειτα οι μέρες πέρασαν δίχως το κορίτσι να φανεί καθόλου στη γειτονιά. Η μέρα που οι τρεις συγκάτοικοι, αυτός, ο αδερφός του και ο Άλμπερτ, θα ξεκίναγαν το ταξίδι τους προς το βορρά και τα σύνορα απείχε πλέον ελάχιστα• οι κουβέντες, τα σχέδια και οι προβλέψεις τους γι αυτό το ζήτημα μονοπωλούσαν τις νύχτες τους• έτσι αυτός δεν ξαφνιάστηκε που ο αδερφός του εκείνη τη βραδιά προσπάθησε να τον εμποδίσει να βγει έξω. Είχαν θέματα σοβαρά να κουβεντιάσουν οι τρεις τους, ζητήματα ζωής και θανάτου να διευθετήσουν και η δική του επιθυμία να ξεπορτίσει νυχτιάτικα ήταν παράξενη και εκτός τόπου και χρόνου. Όταν ο αδερφός του, ο μικρός του αδερφός, που του έκλεισε την έξοδο, μίλησε, αυτός κατάλαβε πως το τρομαγμένο, βουβό και αποξενωμένο του αίμα, είχε αντιληφθεί τους αληθινούς σκοπούς του μεγάλου αδερφού.

«Κάτσε εδώ που κάθεσαι», του είπε με μάτια καρφωμένα επάνω του και αυτός διέκρινε μέσα τους τις ύστατες πνοές της χαυνωμένης του, αδύναμης απόγνωσης. «Ξέρεις ότι δεν θα σου βγει σε καλό», συνέχισε. Και αυτός αντιγύρισε το βλέμμα στο μικρό του αδερφό και αποφάσισε να συνεχίσει την άχρηστη υποκριτική του: «Θέλω να με χτυπήσει λίγος αέρας. Παράτα με». «Δεν είναι δουλειά σου. Το ξέρεις ότι δεν είναι δουλειά σου», είπε ο μικρός αδερφός πάντα κλείνοντας με το σώμα του τη σαρακοφαγωμένη πόρτα.

«Δεν καταλαβαίνω τι λες. Πάω να πάρω λίγο αέρα». Και καθώς παραμέριζε το σώμα του μικρού του αδερφού για να περάσει, ένιωσε μονάχα αμυδρά την αντίσταση του τελευταίου, η οποία δεν τον δυσκόλεψε καθόλου στη κίνηση του προς την έξοδο. Το μόνο που άκουσε λίγο πριν βρεθεί έξω στο δρόμο εκτός απ τα ροχαλητά του Άλμπερτ, ήταν η φωνή του αδερφού του, που έλεγε σχεδόν κλαίγοντας: «Απλά μην κάνεις κάτι που ξέρεις ότι θα πληρώσεις σκληρά γι’ αυτό».

Δρόμοι και γειτονιές όπου χαλάσματα και δοκάρια γυάλιζαν στο όψιμο φεγγαρόφωτο• σκελετοί σπιτιών που στέκονταν ακόμα όρθιοι αψηφώντας τους νόμους στους οποίους το ανθρώπινο μυαλό είχε βασιστεί για να τους σηκώσει όρθιους και να τους κατασκευάσει• στις γωνιές των δρόμων σκοτάδι και θόρυβοι, σουρσίματα μιας απροσδιόριστης στατικής λύσσας• και αυτός να ελίσσεται από σκιά σε σκιά.

Περπατούσε με σκυφτό το κεφάλι, με κοφτό σταθερό βηματισμό, προσπαθώντας να πετύχει την εντύπωση μιας διαδρομής ρουτίνας• τις ίδιες στιγμές οι αισθήσεις του ήταν σε εκείνη τη επιφυλακή που θολώνει τη σκέψη. Κάθε ανεπαίσθητη μεταβολή των σκιών, λόγω του αέρα, τον έκανε να τινάζεται. Γύρω του παντού στους δρόμους η ασφυκτική αίσθηση μιας μόνιμης θρασύδειλης δραστηριότητας: ψιθυρίσματα, τριξίματα, κρότοι από τρεχαλητά κάπου. Τα πόδια του τρέμουν ή μόλις τώρα το ραγισμένο οδόστρωμα δονήθηκε; Τρέκλισε, μόλις ένας άντρας που βαστούσε μια μακριά μεταλλική βέργα τον προσπέρασε τρέχοντας.

Σταδιακά, και καθώς πλησίαζε το κέντρο της πόλης, άρχισε να ξεχωρίζει απ’ τα γύρω σπίτια που μπορούσαν ακόμα να κατοικηθούν, μικρές φλογίτσες φωτός, πορτοκαλιές ανταύγειες που ξέφευγαν από ξεσκισμένα παντζούρια ή δίχως τζάμια παράθυρα. Φαντάστηκε οικογένειες μέσα, φαντάστηκε εύθραυστες απόπειρες παρηγοριάς και θετικής υποβολής, φαντάστηκε χίλια δυο άσκοπα αξιοθαύμαστα τερτίπια λησμονιάς και λήθης: ένας πατέρας ή μια μάνα που στέκεται πάνω απ’ το προσκέφαλο μιας κόρης ή ενός γιου και προσπαθεί να τον/την πείσει να κοιμηθεί.

Η ώρα περνούσε, ο πηχτός νυχτερινός αέρας, εκείνο το χαρμάνι σκόνης, στάχτης, υγρασίας και αποφοράς σάρκας που σαπίζει με ταχείς ρυθμούς, είχε κατακαθίσει στα πνευμόνια του, ένιωσε μια αλμυρή λιπαρή ουσία στα χείλη και του ήρθε αναγούλα καθώς το στομάχι του ξύπνησε γουργουρίζοντας απ’ την ερεθιστική ουσία του αλατιού στη γλώσσα…

Σε μια γωνιά έσκυψε και δοκίμασε να ξεράσει• τίποτα δεν βγήκε απ’ το στόμα του πέρα από κορδόνια χολής και σάλιου. Λίγο ακόμα και ύστερα γυρίζω, σκέφτηκε. Του φάνηκε πως η παρουσία της τον χτύπησε σαν σφυρί• δεν ήταν το κορίτσι που γνώριζε, το λιπόσαρκο σώμα ήταν το ίδιο, το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια ανάκατα μαλλιά• αλλά δεν ήταν η ίδια.

Κάτι μέσα στη νύχτα, κάτι μέσα στις αναλαμπές της φωτιάς, μπροστά απ’ την οποία εκείνη χόρευε, κάτι είχε πάρει τη θέση της ψυχής του κουφού κοριτσιού, κάτι είχε πάρει τα αθώα της βλεφαρίσματα και τα είχε ανταλλάξει με εκείνη τη δαιμονική σπασμωδική ζωντάνια… κάτι είχε μετατρέψει το κορίτσι σε δαίμονα σκιάχτρο.

Η φωτιά να θρέφεται συνέχεια με καδρόνια απ’ τους οπλισμένους άντρες που είχαν ξαπλώσει πάνω στις τσακισμένες πλάκες εκείνης της πλατείας και παρακολουθούσαν το κορίτσι δαίμονα να χτυπιέται μπροστά απ’ τις φλόγες• κάποιοι κάπνιζαν και έπαιζαν παλαμάκια, κάποιοι πετούσαν κουτιά μπύρας πάνω στο γυμνόστηθο παιδικό κορμί.

Τα όπλα των αντρών γυάλιζαν στις φλόγες και η λάμψη τους έμοιαζε με εκτινασσόμενη σπίθα καθώς ένας ένας σηκώνονταν και άρπαζαν εκείνο το ισχνό σώμα και βύθιζαν μέσα του τον ανδρισμό τους, εκεί, δυο βήματα απ’ την παλλόμενη πυρά, σαν κτηνώδεις ιθαγενείς ιερείς μιας άλλης εποχής που έκαναν θυσίες σε άγνωστους διεστραμμένους Θεούς – και αυτός, κρυμμένος πίσω από ένα στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο, να παρακολουθεί και να μην παρακολουθεί ταυτόχρονα γιατί του φαινόταν πως δεν είχε μάτια, όπως όταν ονειρεύεσαι ότι είσαι καμωμένος από κοπανιστό αέρα αλλά κατά παράξενο τρόπο μπορείς και βλέπεις, έτσι αυτός έβλεπε και την ίδια στιγμή δεν έβλεπε το κορίτσι.

Έπειτα από κάθε τελετουργικό να στέκεται ξανά στα πόδια της και να αρχίζει να λικνίζεται στους διαβολικούς ρυθμούς του άγριου ιδρωμένου χορού της, ενώ οι πύρινες αναπνοές την περιτριγύριζαν και την άγγιζαν δίχως να την αγγίζουν, έτσι του φαίνονταν τις στιγμές που παρακολουθούσε με εκστατική φρίκη τα παιδικά λιπόσαρκα μπράτσα και πόδια να δίνουν απότομα λακτίσματα στη θερμή πυκνότητα του αέρα και οι άντρες πίσω της να γελάνε και να ξεκινάνε πάλι ένας ένας για τον επόμενο γύρο του τελετουργικού και δώστου γέλια και δώστου οι τούφες της φωτιάς να θολώνουν τα πάντα, να ρίχνουν σε όλα τα υλικά αντικείμενα γύρω – ερείπια, τσακισμένα αυτοκίνητα, και πάλι ερείπια – μια ανυπόφορη ερυθρή θαμπάδα και αυτός, λίγο πριν το βάλει στα πόδια, προσπάθησε να θυμηθεί το πρόσωπο του κοριτσιού όταν το πρωτοείδε.

Λίγο πριν βυθιστεί σε παραλήρημα στο ράντζο του, εκείνο το ξημέρωμα, με τις ανάσες του Άλμπερτ και του αδερφού του να σμίγουν με το δικό του λαχάνιασμα, σκέφτηκε, με όλη τη παγερή σαν ταφόπλακα σημασία που είχε η συνειδητοποίηση του αυτή, πως το κρίμα ενός παιδιού θα τον στοίχειωνε από δω και μπρος σε όλη του τη ζήση.

Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1987. Το διήγημά του “Έξω” δημοσιεύτηκε στη συλλογή “21 νέες φωνές” του Ελευθερουδάκη. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα διαδικτυακά περιοδικά.