Youmag.gr
Διήγημα: Μη με λες “Καραγκίοζη”… Διήγημα: Μη με λες “Καραγκίοζη”…
της Ιωάννας Λιζάρδου * Προκειμένου να φύγει, θα δεχόταν να πάει οπουδήποτε.  Ας ήταν και σκοτεινός ο προορισμός-αρκεί να μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα. Έτσι... Διήγημα: Μη με λες “Καραγκίοζη”…

της Ιωάννας Λιζάρδου *

Προκειμένου να φύγει, θα δεχόταν να πάει οπουδήποτε. 

Ας ήταν και σκοτεινός ο προορισμός-αρκεί να μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα. Έτσι κι έγινε. 

Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, μίλια μακρυά από όσα δεν άντεχε να είναι, βρέθηκε ο Αρτέμης, σε μια καινούρια γη, να υποδύεται ότι ποτέ του δεν ήταν : κατά βάση ελεύθερος. 

Ενδεδυμένος τον αστό του εαυτό, με τα χέρια συνήθως στις τσέπες του στενού παντελονιού του, περισσότερο εμφανιζόταν να φεύγει, παρά να έρχεται. 

Η αλήθεια είναι ότι δεν περνούσε απαρατήρητος. Καλοφτιαγμένος και ευγενικός, οι περισσότερες, πέφτοντας στην παγίδα του, του αντιγύριζαν μια δεύτερη ματιά. Κάθε τους βλέμμα, μια δική του μικρή ή μεγαλύτερη νίκη. Προτιμούσε, όσο και παράδοξο, τις μικρές νίκες-ήταν πιο εύκολα διαχειρίσιμες. Στα πιο σπουδαία βλέμματα αισθανόταν αμηχανία-κι αν ήταν εξίσου σπουδαία διαπεραστικά, ώστε ανακάλυπταν την αλήθεια που πάσχιζε να καταχωνιάσει στα μέσα του, από μικρό παιδί?

Στο www.cosmoteinsurance.gr, οι πελάτες μπορούν να συγκρίνουν τιμές και καλύψεις μέσα από μεγάλο εύρος ασφαλιστικών εταιριών

Εκείνη την ερημιά του μυαλού του, από την οποία ο μόνος τρόπος, που είχε βρει για να αποδράσει, ήταν η γυναικεία συντροφιά-ακόμη κι αν χρειαζόταν να πληρώσει για αυτήν, αρκεί να μην τον έβρισκε το ξημέρωμα μόνο. Η ανάγκη του για επιβεβαίωση ήταν μεγάλη-τόσο μεγάλη που καμία γυναίκα από μόνη της δεν κατάφερνε ποτέ να του καλύψει. 

Στα φανερά, βέβαια, κρατούσε τους τύπους, περισσότερο από όσο στα κρυφά τις αποστάσεις.

Για αυτό και διάλεγε να κοιτάζει στα κλεφτά και ν’ αγγίζει στα σκοτάδια, όταν δεν τον έβλεπαν. 

Και τώρα άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ήταν ελεύθερος να καμώνεται τον καλό του εαυτό. Μακρυά από τον δικό του τόπο, σε τούτη εδώ την πόλη, μπορούσε ελεύθερα να αποτινάξει επιτέλους τη ρετσινιά του άξεστου βλάχου, που τον στοίχειωνε από την άγουρη εφηβεία του. 

Κι έτσι, μέρα με τη μέρα, δεν χόρταινε να ζει το όνειρο του, αστός πολύφερνος και μοσχανεθρεμένος, φροντίζοντας να διπλοκλειδώνει τα κλισέ του χωριού του, σαν σκελετούς φυλαγμένους στην ντουλάπα. Και έτσι λίγο λίγο, από τα κρυφά στα φανερά, τάϊζε τη φιλαρέσκεια του, αγνοώντας ότι το πηγάδι της ανασφάλειας είναι άπατο το ρημάδι και, πως όσους έρωτες -πληρωμένους ή μη-κι αν έριχνε μέσα, πάλι έντρομο θα αντηχούσε το κενό στην ψυχή του. 

Τη στιγμή που πρωτοείδε την Πανδώρα, δεν κατάφερε να συγκρατήσει το αδηφάγο βλέμμα του . 

Η ματιά η δική της, όμως διαισθητικά διέκρινε την κίνηση του να κρυφτεί, μάλλον από ντροπή για τις παρορμήσεις του, μόλις την αντίκρυσε. Στάθηκε πίσω από έναν μικρόσωμο συνάδελφο, στο ήδη ασφυκτικά γεμάτο κόσμο, ανήλιαγο γραφείο του διευθυντή. Ήταν η ώρα των συστάσεων, για το άρτι αφιχθέν προσωπικό της εταιρίας, σε εκείνο το σκοτεινό κτίριο της λαμπερής πρωτεύουσας. 

Είπε το όνομα του αλλά μπέρδεψε τα λόγια του-μετά που το σκεφτόταν πολύ φοβόταν ότι είχε ξεστομίσει αρλούμπες, κάτι ψελίσματα για τις ευκαιρίες στη ζωή του που είχαν χαθεί, κάτι που καθόλου δεν ταίριαζε στην περίσταση, αλλά φευ -δεν βρήκε κάτι εντυπωσιακότερο να πει. 

Η νεοφερμένη ωστόσο, δεν έδειξε να δίνει σημασία στα λεγόμενα του, ούτε στον ίδιο-γενικά έδειχνε να μη δίνει σε τίποτα σημασία περισσότερη από όσο άξιζε . Τυλιγμένη στο δερμάτινο παλτό της έμοιαζε σα να είχε βγει από σελίδα illustration περιοδικού, στρέφοντας, δίχως να προσπαθεί, την προσοχή των υπολοίπων πάνω της. Μιλούσε δυνατά, σίγουρη πολύ για όσα έλεγε, τόσο σίγουρη που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Χαμογελούσε όμως πλατιά και ανεπιτήδευτα και εκείνος, όσο την κοίταζε, τόσο πιο πολύ καταλάβαινε ότι του άρεσε. 

Το insurancemarket.gr είναι η μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική πλατφόρμα σύγκρισης ασφαλειών από την Νο1 εταιρεία online διαμεσολάβησης στην Ελλάδα

Και βλέποντας την να στέκεται στην πόρτα, την ένιωσε, άθελα του, να γίνεται σίφουνας και να ορμά σε κάθε χαραμάδα που συναντούσε μπροστά της. Και μπροστά της, τύχαινε να βρίσκεται αυτός. 

“Αυτή η γυναίκα είναι αλλιώτικη”, σκέφτηκε. Όπως και όλες τις άλλες, θα την ξεμονάχιαζε, διακριτικά, αμέσως μόλις έβρισκε ευκαιρία. 

Στο μεταξύ, η αλήθεια ήταν πως για τις φορές που δεν του δινόταν καμία ευκαιρία και για εκείνες τις ώρες, που τον έζωνε η μοναξιά, υπήρχε πάντα η Αννούλα:ένα κομμάτι μάλαμα, αυτή η κοπέλα, βράχος ακλόνητος στα μετώπισθεν, πάντα χαμογελαστή και πάντα τιμημένη . Η αλήθεια είναι, πως ότι κι αν συνέβαινε, εν αγνοία της φυσικά, με όλες τις άλλες, την Αννούλα την είχε κορώνα στο κεφάλι του-το πάνω. Γιατί στο κάτω κεφάλι οι βασίλισσες εναλλάσσονταν κατά περίπτωση. 

Εκείνη όμως, ήταν πάντα στη θέση της:να τον νοιάζεται και να τον φροντίζει, να του μαγειρεύει, να του πλένει τα σεντόνια, που εκείνος αβασάνιστα βρώμιζε με άλλες και να του σιδερώνει με ζήλο τα πουκάμισα, που βιαστικά του ξέσκιζαν οι άλλες . 

Να τον περιμένει νυχθημερόν να επιστρέψει αδιαμαρτύρητα -από τα επαγγελματικά ραντεβού, τα εκπαιδευτικά σεμινάρια, τα ταξίδια αστραπή στην πρωτεύουσα, τις ημέρες της ενδοσκόπησης στο Άγιο Όρος. Δίχως να αναρωτιέται και δίχως να απορεί, πιστή σα σκυλί, με βλέμμα εξώφθαλμο που λαχταρούσε για ένα μονάχα χάδι. Λαχταρούσε και ένα μονόπετρο, η αλήθεια είναι, όπως κάθε κοπέλα, που φυλλομετράει δήθεν αδιάφορα στο περίπτερο τα περιοδικά του γάμου, αλλά δεν είχε αντίρρηση λίγο ακόμα να περιμένει τον πρίγκηπα της να ξεζέψει το ασημί του άλογο. 

Εκείνος, πάλι, όλο και κάποια πρόφαση έβρισκε όχι μονάχα να μην ξεπεζεύει αλλά να το τουρμπίζει ακόμη περισσότερο.

Και ας μην ήξερε τι ακριβώς έψαχνε ή περίμενε να βρει και έχοντας μάλλον πάψει πια και να το περιμένει, αφού επί χρόνια δεν είχε κάτι (ή κάποια) φανεί. 

Τελευταία βέβαια και εκείνος, κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο, χαμήλωσε τον πήχη των απαιτήσεων του και κατέληξε να μην αναζητά αξιοσέβαστα πτυχία και προικώα εντυπωσιακά-Και τι πείραζε, δηλαδή, που η Αννούλα, δεν είχε τίποτα από αυτά? Κορίτσι για σπίτι ήτανε, θα πρόσφερε και μια βοήθεια στους γέρους του γονείς του, που τόσο την είχαν ανάγκη. Κι έτσι, όλων των όνειρο θα μπορούσε να εκπληρωθεί και το δικό του, είχε σκεφτεί, θα παρέμενε ανέπαφο και ασφαλές να το συναντάει στα κλεφτά και ενίοτε στα πληρωμένα. 

Ζυγίζοντας, λοιπόν, τα πράγματα καλά, άφησε πίσω του, για τελευταία φορά την πρόθυμη Αννούλα, αφού πρώτα της όρισε ημερομηνία γάμου, έχοντας με χαρμολύπη δεχτεί μια δουλίτσα, χιλιόμετρα μακρυά. 

Και τώρα, κάθε φορά που η Πανδώρα πλησίαζε κοντά του, αισθανόταν να του κόβεται η ανάσα. Αυτή η γυναίκα ήταν αέρας που φυσούσε μανιασμένος. Είχε όλα όσα είχε πάψει από καιρό να περιμένει, πως θα συναντούσε στο διάβα του. Και σα να μην έφθαναν αυτά, ήταν και διαβολεμένα sexy. 

Τα χείλη της στάζανε έρωτα-έρωτα όπως στις πιο τρελές, ανομολόγητες φαντασιώσεις του. Έρωτα πολυπρόσωπο, άλλοτε τρυφερό και άλλο πρόστυχο, ξεγυμνωμένο από αναστολές, από πρέπει και από μη. Έρωτα που αποκοιμιόταν τη χαραυγή μπροστά στο αναμένο τζάκι για να ξυπνήσει, σαν σε όνειρο, πάνω από μια κούπα αχνιστό καφέ, που κυλούσε προκλητικά ανάμεσα στα πόδια της. 

Και αν καμιά φορά αισθανόταν έναν αδιόρατο φόβο, ότι αυτό το όνειρο δεν του ανήκε, πεισματικά αρνιόταν να την αφήσει από τα δυο του χέρια. Και μη διστάζοντας να βουτάει τα δάκτυλα του στο μέλι, ολημερίς το άπλωνε στο σπαρταριστό κορμί και το γευόταν αχόρταγα κάθε στιγμή. 

Μαζί της μπορούσε να φτάσει ως την άκρη του κόσμου. Είχε, βέβαια, και εκείνη τον τρόπο της:

Του έκλεινε ραντεβού για καφέ στον Πειραιά και όταν έφθανε την έβρισκε στη σκάλα του πλοίου να του κουνάει χαμογελώντας συνωμοτικά 2 εισιτήρια στον αέρα. 

Άλλη πάλι φορά, την καληνύχτιζε με φιλιά στο κρεβάτι της στην Ελλάδα και το άλλο πρωί, τόσο αναπάντεχα, την έβρισκε να κάθεται δίπλα του για breakfast στο βροχερό Λονδίνο. 

Αρκούσε ένα της βλέμμα για να διαπεράσει τις κλειδωμένες πόρτες του μυαλού του, να συναντήσει τις πιο μύχιες επιθυμίες του και να τις πραγματοποιήσει. Μάλιστα πολλές από τις επιθυμίες του, είχε προλάβει η ίδια να τις ικανοποιήσει, για την πάρτη της, από πριν και το μόνο που τώρα έκανε ήταν να τις μοιράζεται μαζί του. 

Τόσο αυτονόητα, τόσο γενναιόδωρα. 

Για εκείνην δεν υπήρχε τίποτα ικανό να αντισταθεί στα θέλω της. Και εκείνος μαζί της ένιωθε να κρατά όλον τον κόσμο στα χέρια του. Και ολοένα τον έσφιγγε να μην του ξεγλιστρήσει, πιο σφιχτά από όσο κράταγε την ίδια ολημερίς στην αγκαλιά του. 

Αυτή η γυναίκα ήταν λαχείο. Και του είχε κληρώσει από το πουθενά. 

Ήταν άλλωστε φανερό ότι και εκείνη δεν είχε μάτια για κανέναν άλλο, μολονότι τα αυτιά της ήταν πάντα ανοιχτά. Οι κεραίες της δούλευαν στο φουλ, τόσο που μερικές φορές, σταματούσε να τη θαυμάζει και άρχιζε να τη φοβάται. Όταν θύμωνε, τα μάτια της πετούσαν σπίθες. 

Και έλεγε πράγματα για εκείνον, που κανείς, εκτός από τον ίδιο δεν μπορούσε να ξέρει. Για μερικά μάλιστα, αμφέβαλλε αν τα γνώριζε και εντελώς. 

Τότε, θυμόταν άθελα του, την Αννούλα, που ήταν καλόβολη, που πίστευε ότι κι αν της σέρβιρε και δεν ρώταγε ποτέ. Τούτη εδώ, έκρυβε μέσα της τη θαλασσα κι ούτε που ήξερες τι θα μπορούσε να ξεβράσει η τρικυμία από το στόμα της. Όταν ήταν ήρεμη, του απευθυνόταν με ατάκες του Ελύτη, μα σαν δεν της γινόταν το χατήρι ο Μπουκόφσκι μπροστά της ωχριούσε. 

Ήταν προφανώς ικανή για το καλύτερο και το χειρότερο. Κάποιοι μάλιστα, παλιοί της γνώριμοι στη δουλειά, τη χαρακτήριζαν αδίστακτη. Τους είχε φυσικά χεσμένους. 

Μονάχα μία σκέψη, δική του, τον βασάνισε και τον έκανε να τρέμει σαν το ψάρι : μήπως σύντομα κατέφθανε η μέρα που η Πανδώρα ανακάλυπτε το διπλό παιχνίδι του και τον εγκατέλειπε μόνο, σαν στυμμένη λεμονόκουπα. 

Φώλιαζε μέσα του διπλός, σαν το άνανδρο παιχνίδι του, ο φόβος και του έκοβε, νόμιζε, τα πόδια. Εξαιτίας εκείνου του φόβου, έλεγε, ξανά και ξανά στον εαυτό του, δεν έβρισκε το θάρρος να κάνει ένα βήμα μπροστά και να σταθεί όρθιος δίπλα της, όπως της άξιζε: κατά αποκλειστικότητα. 

Δεν του είχε αναφέρει ποτέ τίποτα, αλλά από τα συμφραζόμενα καταλάβαινε ότι η Πανδώρα την ειλικρίνεια και την αποκλειστικότητα στη σχέση τα θεωρούσε στοιχεία αδιαπραγμάτευτα. 

Είχε εξομολογηθεί σε ένα -δυο παλιούς του φίλους το δίλημμα του- και βέβαια το συζητούσε συχνά και με τον Άρη, έναν αμφιλεγόμενο τύπο με μια χαρακτηριστική απαξίωση στο βλέμμα, ο οποίος γνώριζε την ιστορία από πρώτο χέρι: Επρόκειτο για έναν ελεεινό κατ’ επάγγελμα παραμυθά, που ο Αρτέμης πρωτοσυνάντησε γυροφέρνοντας στα μπαρ του Κέντρου και που στην αρχή τη γούσταρε και εκείνος την Πανδώρα, αλλά γρήγορα παραδέχτηκε την ήττα του και αποσύρθηκε αμαχητί. 

Έτσι μείνανε φίλοι και μετά από μερικές ζαλισμένες βραδυές ορκίστηκαν και κουμπαριά-με την Πανδώρα, όχι με τον Αρτέμη. 

Ο παραμυθάς συνήθιζε να ορκίζεται διάφορα, κατά καιρούς. Με τον Αρτέμη είχαν σφίξει τα χέρια σε μια ιδιότυπη Ομερτά, αφήνοντας-είχαν πει- την Πανδώρα έξω από τις ανομολόγητες σκέψεις τους. 

Στο μεταξύ, ανάμεσα τους εκείνη απολάμβανε εξίσου το κουβεντολόϊ με τον Αρη, όσο και τον έρωτα της με τον φίλο του. Συχνά δε ο καημένος ο Αρτέμης δεν είχε ιδέα τι συζητούσαν επί ώρες οι δυο τους, ευλαβικά σκυμμένοι πάνω από ακαθόριστο αριθμό απολαύσεων του λάρυγγα.

Σπάνια κατόρθωνε να ακολουθήσει το μίτο των φιλοσοφικών τους αναζητήσεων, κυρίως περί των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά δεν τον πολυενδιέφερε κιόλας. Η δική του φιλοσοφία ζωής δεν εμπεριείχε δόσεις φιλοσοφίας-η φιληδονία του κάλυπτε πλήρως το υπαρξιακό του κενό. Έτσι τους άφηνε να συζητάνε ανενόχλητοι μέχρι τα ξημερώματα. Ως φίλοι πάντα έβρισκαν κάτι ενδιαφέρον να πουν. 

Παραδόξως όμως, ο Άρης, σε αντίθεση με τους άλλους δύο φίλους, που έβλεπαν μάλλον θετικά την ιστορία με την Πανδώρα, υπολογίζοντας μεταξύ άλλων και το boost που θα έδινε η καπάτσα γυναίκα στη ζωή του Αρτέμη, δεν τον ενθάρρυνε ποτέ να ανατρέψει τη μέχρι τώρα ζωή του, για χάρη της νέας του κάβλας. Δεν μασούσε τα λόγια του ο παραμυθάς. “Κάβλα” την ανέβαζε, “Κάβλα“ την κατέβαζε την Πανδώρα, επισημαίνοντας καλού κακού ότι δεν ήταν ο τύπος του “Και ρε μαλάκα, δεν παρέλειπε να τον προειδοποιεί, ποιος είσαι εσύ να κρατήσεις τέτοια γυναίκα?Αυτή μαζί σου, σπάει την ανία της. Αργά ή γρήγορα θα σε παρατήσει. ” 

Μα ο Αρτέμης στο μήνα πάνω, την είχε ήδη ερωτευθεί και στο δίμηνο ήξερε πως ήθελε να την παντρευτεί κιόλας. 

Θα χώριζε με την Αννούλα-έτσι κι αλλιώς δεν ήταν πια ερωτευμένος μαζί της. Ήταν καλή κοπέλα και τον περιποιούνταν, αλλά η καρδιά του ανήκε πλέον αλλού. Και το μυαλό του επίσης:ακόμη και η λογική ήταν με το μέρος του. Η Πανδώρα τα είχε όλα-ακόμη κι εκείνα που δεν θα κατάφερνε ποτέ να αποκτήσει μόνος του ό ίδιος. Κακά τα ψέμματα, το οικονομικό εξακολουθούσε να είναι ένα σπουδαίο ζήτημα στις μέρες μας. Μαζί της, δεν θα χρειαζόταν να ανησυχήσει ποτέ ξανά για τίποτα. 

Βασανιζόταν μονάχα, που στην Αννούλα, δεν ήξερε πως να το φέρει. . Και πως να πάρει πίσω αναίμακτα, 2 μήνες μετά, μια πρόταση γάμου και όλα τα συμπράγκαλα που είχε κουβαλήσει στο σπιτικό της. 

Είχε δοκιμάσει να της το φέρει αγάλι αγάλι, στήνοντας έναν σικέ καυγά, αλλά στο διά ταύτα δεν κατάφερνε να φτάσει. Τον έζωναν και οι ενοχές, τον προβλημάτιζε και τι θα πει ο κόσμος, όταν μαθευόταν πως παράτησε την Αννούλα για μια άλλη γυναίκα-όλα τα άλλα καμώματα μπορούσε να τα κρατάει στη σκιά, τούτο όμως θα έπεφτε στην πλατεία σαν κεραυνός εν αιθρία… 

Τελικά, ένα πρωί πήρε βαθιά ανάσα και σχημάτισε τον αριθμό της. Της μιλούσε με ανάσες κοφτές, σαν από πριν προγραμματισμένος. Δεν μπορούσε, είπε, να ζήσει όλη του τη ζωή στο χωριό. Ούτε ήταν έτοιμος, της εξομολογήθηκε για γάμο-για την ακρίβεια εννοούσε δεν ήταν έτοιμος για γάμο μαζί της, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να ειπωθεί προς το παρόν. Ας το μάθαινε αργότερα, από αλλού. 

Η Αννούλα, όπως συνήθιζε, άκουγε βουβή και δεν έκαμε καμία ερώτηση. Ζήτησε μονάχα από τον επίδοξο γαμπρό, αν ήταν άντρας, που δεν ήταν, να εμφανιστεί αυτοπροσώπως στο σπίτι της και να δώσει τις εξηγήσεις του ως όφειλε, στον αδελφό της. Στο χωριό της, εν έτη 2012 η τιμή, τιμή δεν έχει. 

Στη ζωή του Αρτέμη, πάραυτα, όλα έχουν μια τιμή και όλα κάποια στιγμή πληρώνονται-εκείνος δε πάντα προτιμούσε να μπορεί να πληρώνει τοις μετρητοίς. 

Κίνησε, με αγωνία και κρυφή χαρά, στο λιμάνι, για να τη συναντήσει. 

Την είδε από μακρυά, να κοντοστέκεται στην προβλήτα, με τα ακουστικά στα αυτιά, αγναντεύοντας το πέλαγος. Την πλησίασε σιγανά για να την πάρει αγκαλιά. Πάντα του ζήταγε να την παίρνει αγκαλιά. 

Και τότε την άκουσε, που μιλούσε στο τηλέφωνο-με εκείνη την καθάρια φωνή, την τόσο σίγουρη, που έπειθε ακόμα και διαβόλους:

“Γλυκιά μου Άννα, την άκουσε να λέει, αφού τον θέλεις τον άνανδρο, χάρισμα σου. Έτσι κι αλλιώς, για μένα δεν έκανε ποτέ…

Άλλωστε, εγώ στο γάμο του Καραγκιόζη, ούτε για να διασκεδάσω την ανία μου, δεν θα πήγαινα…”

Μέσα στη σκοτοδίνη του, σα να του φάνηκε πως άκουγε από κάπου απόμερα τον παραμυθά, χαιρέκακα να τoν σφυροκοπά:

“Στα λεγα, μαλάκα, αυτή η γυναίκα, δεν κάνει για σένα, γιατί δεν είναι σαν τις άλλες. Tούτη εδώ κουβαλάει τη χίμαιρα στο αίμα.”

Η Ιωάννα Λιζάρδου ξεκίνησε να υπάρχει ως θλιβερό κληροδότημα ενός γάμου που άφησε την τελευταία του πνοή, ξημερώματα,σε ένα τροχαίο. Συνέχισε, σκυλί δαρμένο, πίσω από τα  πατζούρια ενός βωβού σπιτιού, σε ένα έρημο νησί που μισεί ακόμα. Και όλα που έγινε, για όσους την αγάπησαν, αν την αγάπησε ποτέ κανείς εκτός από τα παραμύθια, ένα εισιτήριο στο κομοδίνο. Για όποιους τη συναντούν κατά τύχη στο διάβα τους, παραμένει ακόμα, ένα χαλασμένο κοντέρ, κολλημένο στα 200.