Youmag.gr
Διήγημα: Εμμονόδουλος Διήγημα: Εμμονόδουλος
του Κώστα Σεμερτζάκη * Σσσσσσσς… Κατουράω. Το μακρόσυρτο σίγμα δεν υπαγορεύει ησυχία. Δίνει ρυθμό σε ένα κατούρημα σχεδόν αναγκαστικό.  Είναι ξημέρωμα Κυριακής, λίγο πριν... Διήγημα: Εμμονόδουλος

του Κώστα Σεμερτζάκη *

Σσσσσσσς… Κατουράω. Το μακρόσυρτο σίγμα δεν υπαγορεύει ησυχία. Δίνει ρυθμό σε ένα κατούρημα σχεδόν αναγκαστικό. 

Είναι ξημέρωμα Κυριακής, λίγο πριν πέσω για ύπνο. Πιέζομαι να κάνω πιπί τώρα, για να έχω όσο περισσότερο σερί χουζούρεμα γίνεται. Είμαι πτώμα μεταφορικά. Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς. Το μακρόσυρτο και φθίνον σίγμα δηλώνει τον τερματισμό των εκδηλώσεων. Τραβάω καζανάκι. 

Στο σημείο αυτό κρίνεται επιβεβλημένο να μιλήσω για το καζανάκι μου.

Το εν λόγω, ανήκει στην οικογένεια των μαντεμένιων καζανακίων που ήκμασε στην εποχή των παγετώνων και γνώρισε δεύτερο κύμα άνθησης στην εποχή του “χέζε ψηλά κι αγνάντευε”, όταν το μέρος αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της υπαίθρου. Τα καζανάκια αυτής της κατηγορίας είναι λειτουργικά και συνάμα διακριτικά. Το κυρίως σώμα τους “φωτίζει” με την αίγλη και την αρχοντιά του το σκοτεινό πατάρι, ενώ η απέριττη αλυσίδα του βρίσκει το δρόμο της από μια τρύπα και καταλήγει σε περίοπτη θέση πάνω απ’ τη χέστρα. 

Θέλεις να μειώσεις τον λογαριασμό του ρεύματός σου; Είναι απλό!

Τι δουλειά έχει μια τέτοια αντίκα σε ένα υπερσύγχρονο σπίτι; Την ίδια που έχει και το σπίτι μου με ένα υπερσύγχρονο σπίτι. Την παραμικρή.  

Ποιο άλλο συναίσθημα μπορεί να σου γεννήσει ένας τέτοιος θρύλος, αν όχι απέραντο θαυμασμό; Κανένα. Το κοιτάς και έρχεσαι αντιμέτωπος με την ιστορία του χεσίματος αυτοπροσώπως. Το δέος σε ξεχειλίζει. Θυμάμαι όταν το αντίκρισα πρώτη φορά ένιωσα τόσο μεγάλη ευλάβεια που τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα μου. Για την ακρίβεια, ό,τι είχα να βγάλω, με δυσκολία έβγαινε από όπου είχα να το βγάλω. Πώς να χέσεις απερίσπαστος, όταν ξέρεις ότι έχεις από πάνω σου αυτό τον μύθο; 

Πάντως, όσο το γνώριζα και έβλεπα την ταπεινότητα και την αφοσίωσή του στο λειτούργημα της αποχέτευσης, τόσο χαλάρωνα. Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω σπίτι, να κάτσω στη λεκάνη και να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου, προκειμένου να προσφέρω στον “Καζάν Πιπί” την ευκαιρία να αποδείξει για μια ακόμα φορά την ανυπολόγιστη αξία του. Σταδιακά, άρχισα να το αντιμετωπίζω με φιλικό θαυμασμό. Ο πληθυντικός ευγενείας έδωσε τη θέση του σε πιο εκδηλωτικές πλην όμως γεμάτες σεβασμό εκφράσεις τύπου: “Θέλω να σε βλέπω να χύνεις για μένα” κ.ά. Όλα αυτά ετοιμάζονται να σβήσουν.  

Με κάθε burger, δώρο αναψυκτικό 330ml!

Καθώς πλένω τα χέρια μου, ακούω από το πατάρι ένα παρατεταμένο “φσσσσσσσσσσσσ”. Το φι στην αρχή είναι που με προβληματίζει. Το σκέτο σίγμα το ‘χω χαλαρά. “Φίδι θα είναι”, σκέφτομαι.

Μου είναι αδύνατο να διανοηθώ πως κάτι τρέχει με τον ένδοξο θεματοφύλακα της καθαριότητας του καμπινέ μου. “Όμως, φίδι στην καρδιά των Εξαρχείων;”. Κάτι δεν κολλάει. Μπαίνω στον πειρασμό να διαπιστώσω τι συμβαίνει. Αρπάζω ένα σκαμπό και, σαν άλλος αίλουρος, μένω να το κοιτάζω. Το σκαμπό. Τις ταρζανιές δεν τις έχω καθόλου. Με τα πολλά, καταφέρνω να ανέβω και να δω. Όντως κάτι τρέχει με το καζανάκι μου. Το καζανάκι μου. 

Κείτεται λαβωμένο. Κάποιος βέβηλος θα έλεγε ότι βλέπει δυο τρύπες που εκτοξεύουν ισάριθμους πίδακες νερού. Όμως όχι. Δεν είναι τρύπες, αλλά τα παραπονεμένα ματάκια του. Και δεν είναι νερό, αλλά δάκρυα. Μόνο αυτό κι εγώ ξέρουμε πόσο πονάμε τούτη τη στιγμή. 

Ο βασιλιάς των καζανακίων είναι ετοιμοθάνατος. Το ίδιο και οι τσόντες που έχω κρύψει εκεί για να μην τις πάρει κάνα λάθος μάτι ή χέρι. Το ίδιο και κάποια παραπεταμένα βιβλία, σημειώσεις και μεμοραμπίλια. Το ίδιο και ο θερμοσίφωνας, ο οποίος θυμίζει σχεδία στη μέση ωκεανού. Κρίση. Πανικού. 

Ανοίγω παρένθεση και μεταφέρομαι λίγα χρόνια πίσω. 

“Σε παρακαλώ πάρε αναβολή. Κάν’ το για μένα”. Πρόκειται για πολύ γλυκιά ατάκα,  αν σ’τη λέει π.χ. η υπερβολικά ερωτευμένη γκόμενά σου μια βδομάδα προτού παρουσιαστείς στο στρατό. Η ίδια ακριβώς ατάκα παίρνει μάλλον νοσηρό νόημα όταν σ’τη λέει ο στρατιωτικός ψυχίατρος, μια βδομάδα αφότου παρουσιάστηκες.

Δεν ξέρω τι τον θορύβησε περισσότερο. Ίσως οι απαντήσεις μου στο τεστ προσωπικότητας στο οποίο υποβλήθηκα την προηγούμενη. Ίσως η αναλυτική απαρίθμηση των μερικών εκατοντάδων χιλιάδων πραγμάτων που με αγχώνουν ή/και με εκνευρίζουν ή/και με βραχυκυκλώνουν μέσα σε μια τυπική μέρα. Ίσως η ιδιαίτερα ψύχραιμη απάντηση “θα τον σκοτώσω” που έδωσα στη σοφά ζυγισμένη ερώτησή του “πώς θα αντιδράσεις αν κάποιος αξιωματικός σε φτάσει στα όριά σου;”. 

Αν πρέπει να κρατήσω ένα πράγμα από τη συνάντηση μαζί του, αυτό σίγουρα δε θα παίρνει σφαίρες, καθώς ο καλός ιατρός κατέστησε περισσότερο από σαφές ότι το να μου δώσουν όπλο είναι σα να δίνουν ουίσκι-μπόμπα σε καρδιοχειρουργό την ώρα της επέμβασης: Τουλάχιστον ανεύθυνο και άκρως επικίνδυνο. Αν πρέπει να κρατήσω κι ένα δεύτερο, αυτό πιθανότατα θα καταπίνεται, καθώς μου συνέστησε ανεπιφύλακτα περίπου επτά είδη ψυχοφαρμάκων. 

Επιλέγω να κρατήσω μόνο το όνομα ενός από τους διαόλους που με καταδυναστεύουν. “Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή”.

Αν είχα και φωτογραφία της, θα την είχα επικηρύξει τη βρόμα. Προς το παρόν, το μόνο που μου βρίσκεται σε φωτογραφία είναι ο θερμοσίφωνάς μου. Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.

Ως ψυχαναγκαστικός, δεν έχω πολλές μανίες. Έχω άπειρες. Μπορώ να μιλάω επί ώρες για την ανάγκη μου να ακολουθώ καθορισμένες ρουτίνες μέσα στη μέρα, να τοποθετώ τα αντικείμενα σε συγκεκριμένες θέσεις, να πλένω τα χέρια μου όσο πιο συχνά μπορώ, να μετράω τα βήματά μου από το ένα σημείο στο άλλο, να κλειδώνω, να ξεκλειδώνω και να τσεκάρω τις πόρτες με σαφώς καθορισμένη ιεροτελεστία. Να ελέγχω ΔΙΑΡΚΩΣ καθετί που με αγχώνει, με τρόπο που μετατρέπει τον έλεγχο σε αγχόνη.   

Δικαιωματικά πρώτος στη λίστα των εμμονών μου μπαίνει ο θερμοσίφωνας. Του τρέφω ιδιαίτερη αδυναμία. Μπορώ να τον χαζεύω επί ώρες. Βασικά, όχι μόνο μπορώ να το κάνω, αλλά το κάνω στην πραγματικότητα.  

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εδώ και κάμποσα χρόνια μου έχει κολλήσει ότι κάτι στραβό συμβαίνει με την επιχειρηματολογία του εκάστοτε θερμοσίφωνά μου. Δε μπορεί να με πείσει με την καμία ότι είναι κλειστός. Τον βλέπω, τον ξαναβλέπω, τον ματαξαναβλέπω, και ενώ τα διακοπτάκια του πίνακα είναι όλα κατεβασμένα, για κάποιο μυστηριώδη λόγο δε μπορώ να αποφασίσω αν είναι κλειστός ή όχι. Για την ακρίβεια, είμαι βέβαιος ότι είναι ανοιχτός, απλώς δεν έχω απτές αποδείξεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω αποπειραθεί να τον αιφνιδιάσω για να βρεθώ με τεκμήρια στα χέρια. Τι εννοώ;  

Από πιτσιρικάς, θυμάμαι ότι ήμουν βέβαιος πως ο κόσμος που αντικρίζω είναι εικονικός. Πως, καθώς ανοιγοκλείνω τα μάτια, σε κάθε κλείσιμο παίρνει την πραγματική του μορφή και σε κάθε άνοιγμα επιστρέφει στη μορφή που θέλει να μου παρουσιάσει. Το τι φανταζόμουν ότι συμβαίνει σ’ αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου δεν περιγράφεται. Τι εξωγήινοι, τι φαντάσματα, τι ερωτοτροπίες! Όλα υπήρχαν μπροστά μου. Απλώς δε μπορούσα να τα δω. Μου κρύβονταν επιμελώς.  

Έτσι την πατάω και με τον θερμοσίφωνα. Τον βλέπω καλά-καλά να μου το παίζει κλειστός, αλλά βαθιά μέσα μου ξέρω ότι είναι ορθάνοιχτος και ζεσταίνεται διαρκώς και κάποια στιγμή -όταν απουσιάζω- θα κάνει μπουμ, θα μου τα τινάξει όλα στον αέρα και μετά εγώ θα θέλω να πεθάνω.

Γι’ αυτό παλεύω να τον κάνω να παραδεχτεί το ψέμα του. Τον κοιτάω καχύποπτα και περπατώντας με σίγουρο βήμα περνάω από μπροστά του.  Δεν παίρνω το βλέμμα μου από τα κατεβασμένα κουμπάκια του, μέχρι που στρίβω στη γωνία που με οδηγεί στην εξώπορτα. Όταν έχω στρίψει πια, σίγουρος ότι με κοροϊδεύει, γυρνάω γρήγορα πίσω προκειμένου να τον πιάσω στα πράσα και να τον κάνω να παραδεχτεί ότι “ναι δίκιο έχεις. Δίκιο είχες πάντα. Ήμουν, είμαι και θα είμαι ανοιχτός. Το ομολογώ. Αυτή είναι η δουλειά μου. Ναι, είμαι εργασιομανής. Ναι, έχω όνειρο να σου ανατινάξω το σπίτι. Ναι είμαι κακόοοοοοοοοοοοοοοοοος”.   

Μετά κάνω το ίδιο πράγμα στο πιο αργό του. Το παίζω αδιάφορος, ενώ παράλληλα ειδικεύομαι σε ένα χορό που θα έκανε τον Τζάκσον να κιτρινίσει απ’ το κακό του. Τον ονομάζω αντίστροφο μουνγουόκινγκ. Περπατάω σε σλόου μόσιον σα να απομακρύνομαι από τον θερμοσίφωνα, ενώ στην ουσία διαρκώς τον πλησιάζω. Ούτε μ’ αυτό τον τρόπο τον αιφνιδιάζω. Την τύχη μου μέσα. 

Μετά ξαναγυρνάω στο γρήγορο τέμπο. Μετά ξανά στο αργό. Μετά πάλι στο γρήγορο. Όσο αστραπιαία κι αν κινηθώ, όμως, το γαμώπραμα προλαβαίνει πάντα να κατεβάσει το διακοπτάκι του τη στιγμή που ξεπροβάλλω από τη γωνία, ώστε να μου το παίξει κουλ το μουνοπανάκι. Έξαλλο με κάνει το μπουρδέλο.   

Κάποια στιγμή συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι η μονομαχία μου με τον ρημαδιασμένο για το ποιος είναι πιο γρήγορος διεξάγεται στο ελ… χάσω. Συνεπώς, αποφάσισα να δοκιμάσω άλλες πρακτικές για να βεβαιωθώ ότι είναι κλειστός. Άρχισα να αφήνω το ζεστό νερό να τρέχει μέχρι να τελειώσει. Διότι αν τελειώσει, πάει να πει ότι είναι κλειστός.

Όπερ έδει δείξαι. Χα! Υπό τον παρατεταμένο παφλασμό ενός χοντρού ΦΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ, έκανα σχέδια για το απαλλαγμένο από εμμονές μέλλον μου, την ίδια στιγμή που κάποιες χώρες της Αφρικής που μαστίζονται από λειψυδρία δεν έκαναν κανένα σχέδιο για το δικό τους μέλλον, ακριβώς επειδή δε είχαν κανένα μέλλον. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η τακτική που ακολουθούσα χαρακτηριζόταν από μηδενική αποτελεσματικότητα. Απλώς, εκτός από πληθώρα ωρών, σπαταλούσα πλέον και πληθώρα κυβικών. Είπα να αλλάξω γραμμή πλεύσης.  

Τότε μου ήρθε άλλη φαεινή ιδέα.

Ξεκίνησα να τον βγάζω φωτογραφίες πριν φύγω από το σπίτι. Το πλάνο ήταν να τον απαθανατίζω, να καρφώνω τα μάτια μου στην οθόνη του κινητού, ώστε να είμαι βέβαιος ότι είναι κλειστός και να φεύγω ήσυχα-ήσυχα από το σπίτι, χωρίς να τον ξανακοιτάξω… καταδιάκοπτα. Παπάρια. 

Από τη στιγμή που ανακάλυψα το κόσνεπτ φωτογραφία, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλες συσκευές που με αγχώνουν, όπως η κουζίνα, η τοστιέρα, το σίδερο κ.λπ. Άρχισα να τα φωτογραφίζω κι αυτά. Βέβαια, από τη στιγμή που είχα φύγει από τον θερμοσίφωνα, λογικό ήταν να έχω ξεχάσει αν είναι ανοιχτός ή όχι.

Έτσι, επέστρεφα για να τον φωτογραφίσω ξανά. Μετά ένιωθα ανασφάλεια για τις άλλες συσκευές, οπότε επέστρεφα σε αυτές. Μετά σειρά έπαιρνε ο θερμοσίφωνας εντ σόου ον. Αμέλησα να αναφέρω ότι οι φορητές συσκευές (ας τις χαρακτηρίσω αφόρητες, χάριν ρεαλισμού) ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να βρίσκονται σε απόλυτα προκαθορισμένη θέση τη στιγμή που φεύγω από το σπίτι. Σε σημείο που μπορώ να δω τις πρίζες τους από την εξώπορτα. Μόνο έτσι κάποια στιγμή καταφέρνω να την κλείσω πίσω μου. 

Εν πάση περιπτώσει, καθημερινά, ενώ φτάνω στα πρόθυρα της τρέλας από τη μέσα μεριά, προσπαθώ να συγκεντρωθώ και πιέζω τον εαυτό μου να σταματήσει.

Βγαίνω από το διαμέρισμα αποφασισμένος. Κλείνω τα μάτια, ακουμπάω το κεφάλι μου στην κάσα της πόρτας και μου επαναλαμβάνω μονότονα “Μη γυρίσεις. Μόλις τον τσέκαρες. Κλειστός είναι. Δε χρειάζεται να ξαναπάς. ΦΥΓΕ”. Μισό λεπτό αργότερα, στέκομαι μετανιωμένος μπροστά του και τον εκλιπαρώ να συγχωρέσει την απιστία μου, ενώ παράλληλα τον τσεκάρω. 

Είμαι βέβαιος ότι αν άντεχε το σώμα μου και δεν είχα δουλειά ή άλλες υποχρεώσεις, θα έμπαινα στο σπίτι κάποιο βράδυ και δε θα ξανάβγαινα ποτέ, παγιδευμένος σε ένα αέναο κυκλικό δρομολόγιο μεταξύ θερμοσίφωνα-κουζίνας-μικροσυσκευών.

Αυτό το σκηνικό μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτο. Θα σκεφτόμουν σοβαρά να του βάλω φωτιά και να τον κάψω το γαμημένο, μόνο και μόνο για σπάσιμο, αλλά έτσι θα καταφέρω μόνο, αυτό ακριβώς που θέλω να αποφύγω. Είμαι καταραμένος, νομίζω.

Το παράδοξο της όλης υπόθεσης είναι ότι όταν φεύγω από το σπίτι με παρέα, είμαι εξαιρετικά χαλαρός. Νομίζω πως αυτό που με τρομάζει περισσότερο από όλα είναι το να τον ανοίξω σε ένα από τα συχνά μπλακ άουτ του μυαλού μου και μετά να μην το θυμάμαι. Έτσι, η μαρτυρία του άλλου ότι “ναι Κωστάκι (το), είναι κλειστός ο θερμοσίφωνας και όλα είναι στη θέση τους. Σταμάτα να τρέμεις και πάμε να φύγουμε” με κάνει να νιώθω ανεξήγητη σιγουριά, διότι αν σε ένα σπίτι κατοικεί ένας μισότρελος, πόση είναι η πιθανότητα και ο δεύτερος που θα βρεθεί εκεί μέσα να είναι το ίδιο τρελός; Ελπίζω όχι μεγάλη.

Μιλώντας για τρέλα, κάποιες φορές προσπαθώ να με παρηγορήσω για τα χάλια μου σκεπτόμενος ότι είμαι ευφυέστατος. Ποτέ στα χρονικά δεν υπήρξε διάνοια που να μην είχε την πετριά της, σκέφτομαι. Βέβαια, από την άλλη, υπήρξαν πάααααρα πολλοί εντελώς τρελοί χωρίς την παραμικρή δόση μεγαλοφυΐας και μάλλον σε αυτούς ανήκω. Κατάρα. 

Κλείνω τη μεγαλούτσικη παρένθεση και επιστρέφω στο τώρα. 

Ετοιμάζομαι να στρίψω τον κεντρικό διακόπτη παροχής νερού για να σταματήσει το καζανάκι. Παράλληλα, σκέφτομαι ότι μου στρίβει κι εμένα. Μήπως είναι καλύτερα να μην κλείσω το νερό; Μήπως να αφήσω τον θερμοσίφωνα να καεί να τελειώνουμε; Μήπως είναι καλύτερα να ανέβω κι εγώ στο πατάρι και να τον πάρω αγκαλιά να πάμε μαζί; Μήπως να σταματήσω να τα σκέφτομαι αυτά και να πάρω τηλέφωνο τον υδραυλικό; Ή, μήπως, καλύτερα τον ψυχίατρο;

Ο Κώστας Σεμερτζάκης βγάζει το ψωμί του από το γράψιμο, γεγονός που τον έχει φέρει σε σφοδρή κόντρα με την οικογένειά του, η οποία έχει μακρά παράδοση στην αρτοποιία. Κείμενά του φιλοξενούνται σε διάφορους ιστότοπους, περιοδικά, εκδοτικούς οίκους, σε σπίτια φίλων και άσυλα, ώσπου να ορθοποδήσει και να μπορέσει να τα συντηρήσει μόνος του. Γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Με ιατρικούς όρους, δεν έχει πεθάνει ακόμα.