Η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, έφτιαξε 6 πλοία, πλήρωνε 16 λόχους πεζικού και μετείχε σε αρκετές μάχες κατά των Οθωμανών. Μετά τον Αγώνα ζήτησε μια μικρή σύνταξη για να μπορέσει να ζήσει. Ο υπάλληλος τη ρώτησε: «κι εσείς τι κάνατε για την πατρίδα;». Εκείνη απάντησε μονολεκτικά: «Τίποτα!»
Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 η Μαντώ Μαυρογένους ήταν μόλις 25 ετών. Ψηλή, λεπτοκαμωμένη, μορφωμένη, μεγαλωμένη σ’ ένα ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον με σαφείς ευρωπαϊκές επιρροές, έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη πέρα την αριστοκρατική ζωή προκειμένου να αντιπαρατεθεί με τους Τούρκους κατακτητές στα πεδία των μαχών. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι μεσούντος του Αγώνα έκρινε σκόπιμο να στείλει επιστολή προς τις κομψές κυρίες της καλής κοινωνίας του Παρισιού, στην οποία έγραφε με αυταρέσκεια πως «δεν δυσκολεύομαι να σας ομολογήσω ότι λαχταρώ μια ημέρα μάχης, όπως εσείς στενάζετε ύστερ’ από έναν χορό»!
Για τις ανάγκες της Επανάστασης θα ξοδέψει όλη την περιουσία της, απόφαση που θα τη φέρει σύντομα σε διάσταση με τη μητέρα και την αδελφή της.
Με τα πλοία της κυνηγάει τον εχθρό
Η Μαγδαληνή, όπως ήταν το βαφτιστικό της όνομα, μεγάλωσε στην Τεργέστη (τότε κτήση της Αυστριακής Αυτοκρατορίας) ωστόσο η εξέγερση των Ελλήνων θα τη βρει στην Τήνο. Μόλις μαθαίνει τα τεκταινόμενα μεταβαίνει κατευθείαν στην κοντινή Μύκονο, γενέτειρα της μητέρας της, προκειμένου να ξεσηκώσει τον τοπικό πληθυσμό. Με τα χρήματα που έχει κληρονομήσει από τον πλούσιο μεγαλέμπορο πατέρα της, φτιάχνει 6 πλοία τα οποία εξοπλίζει κατάλληλα και αφού ναυλώνει πλήρωμα αρχίζει να καταδιώκει καράβια του οθωμανικού στόλου, αλλά και αλγερινά πειρατικά που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες. Πολλές φορές μάλιστα διοικεί η ίδια τα καλοπελεκημένα σκαριά.
Η συμβολή στις μάχες
Για τις ανάγκες της Επανάστασης θα ξοδέψει όλη την περιουσία της, απόφαση που θα τη φέρει σύντομα σε διάσταση με τη μητέρα και την αδελφή της. Κάποια στιγμή είχε φτάσει στο σημείο να πληρώνει 16 λόχους πεζικού των 50 ατόμων ο καθένας, ήτοι συνολικά 800 Έλληνες.
Ντυμένη με ανδρικά ρούχα για να αποπνέει μεγαλύτερο σεβασμό, μετείχε μεταξύ άλλων σε επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων στην Κάρυστο, στο Πήλιο και στην Φθιώτιδα. Τον Οκτώβριο του 1822 αποτρέπει μαζί με τους Μυκονιάτες την αποβίβαση εχθρικού στρατού στο νησί, στέλνει οικονομική υποστήριξη στην Σάμο, εφοδιάζει με 150 άνδρες την Πελοπόννησο, οι οποίοι συμμετέχουν στην άλωση της Τριπολιτσάς, συνδράμει στην προετοιμασία εκστρατείας στη βόρεια Ελλάδα, χρηματοδοτεί την εκστρατεία της Χίου, ενισχύει τον Νικηταρά με 50 άνδρες στη μάχη των Δερβενακίων και περιθάλπει με δικά της έξοδα εκατοντάδες Έλληνες που επιβίωσαν από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.
Σφοδρός έρωτας με τον Υψηλάντη
Το 1823 έχει μετακομίσει στο Ναύπλιο προκειμένου να βρίσκεται στον πυρήνα του Αγώνα. Εκεί θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί σφόδρα τον κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερό της Δημήτριο Υψηλάντη, γόνο ισχυρής οικογένειας Φαναριωτών και αδελφό του επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρου. Οπτικά δεν ταιριάζουν καθώς εκείνος είναι κοντός, φαλακρός και με πολλά παραπανίσια κιλά σύμφωνα με τους ιστορικούς. Παρ’ όλα αυτά γίνονται ζευγάρι και σύντομα αρραβωνιάζονται.
Τη συκοφαντούν
Ο Υψηλάντης υπόσχεται ότι θα την παντρευτεί αμέσως μετά την απελευθέρωση της πατρίδας, αφού τώρα προέχει ο Αγώνας. Βέβαιη για τον επικείμενο γάμο τους, η Μαντώ ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να κρύψει τη σχέση της. Όποτε βρισκόταν στο στρατόπεδο, κοιμόταν στη σκηνή του αγαπημένου της. Ο δεσμός αυτός όμως δεν άρεσε καθόλου στον πολιτικό κόσμο της εποχής που έβλεπε ότι ετοιμάζονταν να ενωθούν δύο ισχυρές ρωσόφιλες οικογένειες.
Ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας ήταν από τους λίγους ανθρώπους που αναγνώρισαν τις θυσίες και την προσφορά της στο έθνος.
Ο ραδιούργος γαλλόφιλος Ιωάννης Κωλέττης αποφασίζει να τους χωρίσει. Διαδίδει μια φήμη ότι η γοητευτική Μαντώ διατηρεί παράλληλη σχέση με τον Βρετανό φιλέλληνα Έντουαρντ Μπλάκιερ, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που συνόδευσε τη δεύτερη δόση του δανείου από την Αγγλία προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Υψηλάντης μαθαίνοντας τις διαδόσεις αισθάνεται προδομένος και διαλύει τη σχέση. Ακολούθως, η ηρωίδα απομακρύνεται βίαια από το Ναύπλιο.
Η στιγμή απερισκεψίας
Αρχικά προσπαθεί να πείσει για την αθωότητά της, αλλά αφού δεν βρίσκει ανταπόκριση, μετατρέπει τα τρυφερά συναισθήματα σε άσβεστο μίσος. Σε μια στιγμή απερισκεψίας υποβάλει στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827 ένα υπόμνημα με το οποίο ζητά από τους πληρεξούσιους, να καταδικάσουν τον Υψηλάντη για αθέτηση υπόσχεσης γάμου και να δικαιώσουν την ίδια. Οι μετέχοντες τη χλεύασαν. Το υπόμνημα δεν διαβάστηκε ποτέ δημοσίως και δεν αναφέρεται πουθενά στα πρακτικά της Συνέλευσης.
Όπως μας πληροφορεί χαρακτηριστικά ο πολιτικός και συγγραφέας Νικόλαος Δραγούμης που έζησε τα γεγονότα εκείνης της εποχής: «[…] εκ των ακροατών μία μόνη γυνή, η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του Αγώνος, φορούσα μέλαιναν εσθήτα χρυσοπάρυφον και πίλον ευρωπαϊκόν, ουχί βεβαίως του τελευταίου των Παρισίων συρμού, και διά νευμάτων αιτουμένη την ανάγνωσιν της ουδέποτε αναγνωσθείσης κατά τού Υψηλάντου αναφοράς».
Ο Καποδίστριας τη χρίζει αντιστράτηγο
Ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας ήταν από τους λίγους ανθρώπους που αναγνώρισαν τις θυσίες και την προσφορά της στο έθνος. Της απένειμε τον βαθμό του αντιστράτηγου, μοναδική τιμή για μια γυναίκα τότε, της παραχώρησε ένα σπίτι στο κέντρο του Ναυπλίου και της εξασφάλισε μια μικρή σύνταξη ύψους 80 φοινίκων, καθώς δεν της είχαν απομείνει πλέον χρήματα ούτε για να μπορεί να επιβιώνει αξιοπρεπώς. Είχε δαπανήσει αφειδώς τα πάντα υπέρ του Αγώνα.
Πεθαίνει φτωχή και λησμονημένη
Όταν την κάλεσε ο κρατικός υπάλληλος να συμπληρώσει τη σχετική αίτηση για να λάβει την πενιχρή σύνταξη, την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Αγνοώντας ποια βρισκόταν απέναντί του, τη ρωτά με περιφρονητικό ύψος: «Κι εσείς τι κάνατε για την πατρίδα»; Η Μαντώ Μαυρογένους κράτησε την ψυχραιμία της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε μονολεκτικά: «Τίποτα».
Μετά τη δολοφονία Καποδίστρια τα προβλήματα επιβίωσης θα οξυνθούν για την ηρωίδα Μαντώ Μαυρογένους και το 1831 θα διωχθεί εκ νέου από το Ναύπλιο κατόπιν συνωμοτικών ενεργειών του Ιωάννη Κωλέττη και του αγγλόφιλου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που ελέγχουν την εξουσία. Εγκαθίσταται στην Πάρο που είχε συγγενείς και πεθαίνει από τυφοειδή πυρετό το καλοκαίρι του 1840, σε ηλικία μόλις 44 ετών, σχεδόν λησμονημένη από τους πάντες.