Το φτωχό παιδί τσοπάνηδων από τη Ρούμελη που κατάφερε να συνομιλεί με την άρχουσα τάξη και να γίνει κουμπάρος του βασιλιά Όθωνα
Αποτέλεσε μια από τις πιο αντιφατικές φυσιογνωμίες του Αγώνα για την απελευθέρωση του έθνους. Αναμφισβήτητα πολέμησε γενναία για την πατρίδα καθ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Αυτό όμως δεν τον αποθάρρυνε από το να δηλώσει ευθαρσώς στην Α’ Εθνική Συνέλευση του 1843 με την ιδιότητα του πληρεξούσιου της Αθήνας (του «βουλευτή» με σημερινούς όρους), πως «αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία».
Πολλές φορές ήρθε σε ρήξη με συναγωνιστές του για καθαρά οικονομικούς λόγους ενώ έχει χαρακτηριστεί από εχθρούς και φίλους ως φοβερά φιλοχρήματος και φιλόδοξος – αν κι αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Ένα φτωχό παιδί τσομπάνηδων από τη Ρούμελη έφθασε να συνομιλεί με την άρχουσα τάξη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και τον ίδιο τον βασιλιά Όθωνα Α’ με τον οποίο θα γίνουν και κουμπάροι αφού ο μονάρχης θα βαπτίσει ένα από τα συνολικά… 12 παιδιά που έκανε. Ο λόγος για τον στρατηγό Ιωάννη Τριανταφύλλου, του Δημητρίου και της Βασιλικής. Το πιθανότερο είναι να μην σας λέει τίποτα το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο από μόνο του. Λογικό καθώς στο πάνθεο της Ιστορίας έχει περάσει με το προσωνύμιο που απέκτησε εξαιτίας του υψηλού αναστήματος που είχε: «Μακρυγιάννης»,. Άλλωστε και ο ίδιος απέκρυπτε επιμελώς να δηλώνει την ταυτότητά του σε νεαρή ηλικία. Είχε τους λόγους του.
Δεν έλεγε το πραγματικό του όνομα
Γεννήθηκε το 1797 στον οικισμό Αβορίτη του Κροκύλειου της Φωκίδας αλλά από νωρίς θα μείνει ορφανός καθώς ο πατέρας του φονεύεται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες σε συμπλοκή με τους Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Το πιθανότερο είναι πως τον σκότωσαν εξαιτίας του κλεφταρματολικού βίου του ίδιου και της ευρύτερης οικογένειάς του. Η μητέρα του πάντως έλεγε στον μικρό Γιάννη, όταν άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο γύρω του, πως το καλύτερο θα ήταν να μην αποκαλύπτει την ταυτότητά του για λόγους περαιτέρω αντεκδικήσεων. Μάλιστα για λόγους ασφαλείας τον πήρε μαζί με τα άλλα αδέλφια του και εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί στη Λιβαδιά.
Tο 1819, σε ηλικία μόλις 22 ετών, ο Μακρυγιάννης έχει αποκτήσει μια σημαντική περιουσία, έχοντας μεταξύ άλλων πάρει το σπίτι και το αμπέλι ενός καταχρεωμένου προύχοντα της περιοχής.
Εκείνα τα χρόνια τα παιδιά δούλευαν από μικρά προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν, ιδίως εάν προέρχονται από φτωχή οικογένεια από την οποία μάλιστα λείπει ο πατέρας. Σε ηλικία 14 ετών έχει μεταβεί στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στις εμπορικές επιχειρήσεις του συμπατριώτη του Θανάση Λιδωρίκη, που θα αποδειχθεί ευεργέτης καθώς θα του μάθει τα μυστικά της αγοράς. Χάρη στις γνώσεις που αποκτά και εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του αφεντικού του, το 1819, σε ηλικία μόλις 22 ετών, ο Μακρυγιάννης έχει αποκτήσει μια σημαντική περιουσία, έχοντας μεταξύ άλλων πάρει το σπίτι και το αμπέλι ενός καταχρεωμένου προύχοντα της περιοχής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχει αναπτύξει τη δική του εμπορική δραστηριότητα, θεωρείται πλέον ευκατάστατος και αρχίζει μάλιστα ακόμα και να δανείζει χρήματα με τόκο σε όσους τα είχαν ανάγκη.
Ο πρώτος κατάσκοπος της Επανάστασης
Το 1820 μυείται στη Φιλική Εταιρεία χωρίς να ξέρουμε από ποιον, αφού ο ίδιος δεν τον κατονομάζει στα απομνημονεύματα που έγραψε αρκετά χρόνια αργότερα. Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συλλαμβάνεται από τους Τούρκους του βοεβόδα της Ναυπάκτου Μπαμπά πασά, τόσο ο ίδιος όσο και το πρώην αφεντικό του, ο Λιδωρίκης, επειδή τάχα ήταν όργανα του Αλή Πασά που θυμίζουμε ότι εκείνο τον καιρό είχε εξεγερθεί κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ευτυχώς, ο Λιδωρίκης έχει ισχυρούς φίλους στο σουλτανικό περιβάλλον της Άρτας που καταφέρνει να τους ελευθερώσει.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, Μάρτιο του 1821 ο Μακρυγιάννης πηγαίνει από την Ήπειρο στην Πάτρα κάνοντας μια στάση στο Μεσολόγγι. Το ταξίδι δεν είναι αμιγώς εμπορικό αφού θέλει ιδίοις όμμασι να διαπιστώσει για λογαριασμό της Φιλικής Εταιρείας την κατάσταση που επικρατεί στη Δυτική Ελλάδα. Επί της ουσίας λειτούργησε ως «ο πρώτος Έλληνας κατάσκοπος της Επανάστασης» όπως αναφέρει και ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος. Στην Πάτρα γίνεται αντιληπτός από τις οθωμανικές αρχές και βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στο ρωσικό προξενείο κι από ‘κει διαφεύγει ακολούθως με ένα μικρό ξύλινο πλοιάριο. Γυρνώντας όμως στην Άρτα τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν επειδή αποτελεί «πρόσωπο του αληπασάδικου περιβάλλοντος που έχει ύποπτες επαφές έχοντας μόλις γυρίσει από εξεγερμένο τόπο». Και πάλι όμως με τη μεσολάβηση ισχυρών παραγόντων, και ειδικότερα του Αλβανού αξιωματούχου Ισμαήλ Μπέη από την Κόνιτσα, ξάδελφου του Αλή Πασά, απελευθερώνεται και ρίχνεται στη «φωτιά» της μάχης.
Από μάχη σε μάχη
Στρατολογεί τους πρώτους 18 άνδρες και σε συνεργασία με το ένοπλο σώμα του Αρτινού οπλαρχηγού Γεώργιου Μπακόλα στις 4 Αυγούστου 1821 λαμβάνει μέρος στη νικηφόρα μάχη του Σταυρού, στα Τζουμέρκα. Έκτοτε θα συμμετάσχει σε πολλές ένοπλες συγκρούσεις. Στην μάχη του χωριού Πέτα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους όπου και τραυματίζεται ελαφρά στο πόδι, στην αποτροπή πολιορκίας της Άρτας, στην κατάληψη της Υπάτης, αλλά και στη μάχη της Αθήνας όπου πολέμησε ως απλός στρατιώτης και για την αναγνώριση των υπηρεσιών, του προσφέρθηκε το αξίωμα του πολιτάρχη (ας πούμε αστυνομικού διευθυντή με τα σημερινά δεδομένα) της απελευθερωμένης πόλης.
Ο Μακρυγιάννης μετείχε και στις δύο φάσεις του αλληλοσπαραγμού τασσόμενος αρχικά στο πλευρό των στρατιωτικών που είχαν μεταξύ των επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Την ώρα που προσπαθούσαμε ως έθνος ν΄ αποτινάξουμε την οθωμανική κυριαρχία όμως, κρίναμε σκόπιμο να στρέψουμε παράλληλα τα όπλα ο ένας εναντίον του άλλου. Από τα τέλη του 1823 μέχρι τις αρχές του 1825 θα διεξαχθούν δύο αιματηροί εμφύλιοι πόλεμοι που δεν τιμούν την Ιστορία μας, με μήλον της έριδος τη νομή της εξουσίας. Από τη μια πλευρά βρίσκονταν οι ευκατάστατοι Έλληνες πρόκριτοι που τα προεπαναστατικά χρόνια διέθεταν εξουσία και γνώριζαν από πολιτική και από την άλλη οι οπλαρχηγοί που αναδείχθηκαν στα μπαρουτοκαπνισμένα πεδία των μαχών και θεωρούσαν αυτονόητο δικαίωμα να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα κοινά. Ο Μακρυγιάννης μετείχε και στις δύο φάσεις του αλληλοσπαραγμού τασσόμενος αρχικά στο πλευρό των στρατιωτικών που είχαν μεταξύ των επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Όταν όμως τσακώθηκε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, γιο του Γέρου του Μοριά, άλλαξε στρατόπεδο και πήγε με το πλευρό των πολιτικών και πολέμησε εναντίον των πρώην συνοδοιπόρων του στην Τριπολιτσά, την οποία και κατέλαβαν οι κυβερνητικοί τον Μάρτιο του 1824. Για τις νέες υπηρεσίες του θα χριστεί αντιστράτηγος.
Στράφηκε κατά του Κολοκοτρώνη
Την ώρα όμως γιόρταζε τα επινίκια φτάνουν τα άσχημα μαντάτα. Οι Τούρκοι είχαν καταστρέψει τα Ψαρά και σύντομα θα ακολουθούσαν χειρότερα γεγονότα. Ο Μακρυγιάννης θα σταλεί από την κυβέρνηση στην Ύδρα προκειμένου να προστατέψει το γραφικό νησί από τουρκική απόβαση. Σύντομα όμως ανακαλείται στο Άργος και μαζί με τον Παπαφλέσσα αναλαμβάνει νέα εκστρατεία κατά των Κολοκοτρωναίων. Λεηλατεί μαζί με το υπόλοιπο κυβερνητικό στράτευμα περιοχές της Αρκαδίας και της Μεσσηνίας με τους άνδρες να προβαίνουν σε ανήκουστες αγριότητες. Ο ίδιος ο αντιστράτηγος στα Απομνημονεύματά του γράφει ότι δεν μπόρεσε να επιβάλλει το κύρος του στους άτακτους συμπολεμιστές που προέβαιναν σε λεηλασίες. Στο χωριό Παλλάντιο της Αρκαδίας μάλιστα άνδρες του Μακρυγιάννη δολοφόνησαν το μεσημέρι της 21ης Νοεμβρίου 1824 με μια σφαίρα στο κεφάλι τον Πάνο Κολοκοτρώνη, πρωτότοκο γιο του Γέρου του Μοριά (μάλιστα το κρανίο του φυλάσσεται μέχρι και σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στο κτίριο της Παλιάς Βουλής).
Έσωσε Ναύπλιο και Ακρόπολη
Αφού ξεπεράστηκε ο σκόπελος των εμφυλίων, ο Μακρυγιάννης συνέχισε να μετέχει ενεργά σε μάχες που έκριναν την εξέλιξη της Επανάστασης όπως αυτή στους Μύλους της Αργολίδας. Μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη και λίγες εκατοντάδες άνδρες αντιμετώπισε στις 13 Ιουνίου 1825 τους πολλαπλάσιους άνδρες του Ιμπραήμ. Οι Τούρκοι αν και ήταν 5.000 με 6.000 πεζοί και περίπου άλλοι 600 ιππείς κατατροπώθηκαν και υποχώρησαν με αποτέλεσμα να σωθεί το Ναύπλιο. Η συγκεκριμένη μάχη απέδειξε πόσο σημαντική ήταν για την αντιμετώπιση του εχθρικού τακτικού στρατού η επιλογή του κατάλληλου σημείου άμυνας. Οι Έλληνες συνειδητοποιούσαν πλέον ότι οι μόνες επιλογές που είχαν ήταν δύο: είτε να καταλαμβάνουν καίριες θέσεις που θα λειτουργούσαν σαν οχυρά ώστε να αντισταθμίζουν τα πλεονεκτήματα που έχει ο τακτικός στρατός του αντιπάλου, είτε να χρησιμοποιούν τακτικές ανταρτοπολέμου εναντίον απομονωμένων μικρών εχθρικών δυνάμεων.
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης ήταν από τους αγωνιστές που στην κυριολεξία έδωσε το αίμα του για την ελευθερία. Τραυματίστηκε πολλές φορές στα πεδία των μαχών με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει στην πορεία σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο οθωμανός στρατηγός Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς, ο επονομαζόμενος Κιουταχής, κατέλαβε την Αθήνα, ο Μακρυγιάννης οχυρώθηκε στον Σερπετζέ (Ωδείο Ηρώδη του Αττικού) και αντέταξε σθεναρή αντίσταση. Μετά από φοβερό αγώνα κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Παράλληλα έδωσε το παρών στις επιθέσεις της Καστέλλας και του Πειραιά μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη τον Απρίλιο του 1827 οι οποίες όμως έληξαν με οδυνηρές ήττες. Βαθύτατα λυπημένος από τις υφέρπουσες κόντρες μεταξύ των Ελλήνων που αναδεικνύονταν με κάθε ευκαιρία, από τη στάση που τηρούσε η κυβέρνηση αλλά και από τα τραύματα που απέκτησε στις μάχες, αποφασίζει να αποσυρθεί από την πολιτική και στρατιωτική ζωή.
Από σύμμαχος του Καποδίστρια, πολέμιός του
Με την έλευση του Καποδίστρια ως πρώτου κυβερνήτη της Ελληνικής Πολιτείας το 1828 διορίζεται γενικός αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου και της Σπάρτης. Ο διορισμός του όμως σε μια τέτοια θέση θα δυσαρεστήσει πολλούς αφού ήταν γνωστό ότι κατά τη διάρκεια των δύο εμφυλίων πολέμων είχε ταχθεί στο πλευρό των κυβερνητικών και εχθρευόταν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννήσιους αντάρτες. Κι ο ίδιος όμως θα δώσει αφορμές να τον κακολογήσουν. Επηρεασμένος από τις θέσεις του Ιωάννη Κωλέττη, ιδρυτή του Γαλλικού κόμματος και αντιπάλου του Καποδίστρια, μετέχει στην στρατιωτική επιχείρηση για την επιβολή συνταγματικού πολιτεύματος. Επί της ουσίας δηλαδή στρεφόταν κατά της εξουσίας του κυβερνήτη που τον είχε ευεργετήσει. Τον Μάιο του 1830 αντικαθίσταται και γενικός αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης του Μοριά αναλαμβάνει ο Νικηταράς.
Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις ο Μακρυγιάννης γίνεται ακόμη μεγαλύτερος πολέμιος του Καποδίστρια. Σχεδιάζει να μπει στην πρωτεύουσα, το Ναύπλιο, και να καταλάβει το φρούριο του Παλαμηδίου με σκοπό να εξαναγκάσει τον κυβερνήτη να συγκαλέσει Συνέλευση ώστε να σταματήσει να διοικεί επί της ουσίας μόνος του τη χώρα χωρίς την ύπαρξη κοινοβουλίου. Η ιδέα του όμως ναυαγεί επειδή οι Υδραίοι δεν έδιναν το αναγκαίο χρηματικό ποσό που ζητούσε για την υλοποίηση του εγχειρήματος.
Ο βασιλιάς τού βαφτίζει το παιδί
Πλέον η οικονομική του κατάσταση είναι οικτρή και προσπαθεί να βρει και πάλι τον βηματισμό του που έχει χαθεί εξαιτίας των σημαντικών πολιτικών εξελίξεων που ζει το νεοπαγές ελληνικό κράτος. Φθινόπωρο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονείται και τώρα αναμένεται η άφιξη του νεαρού Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα Α’ προκειμένου να στεφθεί μόλις ενηλικιωθεί, βασιλεύς της Ελλάδος. Ο Μακρυγιάννης σπεύδει να εκφράσει τη νομιμοφροσύνη του στον νέο ηγεμόνα. Του δείχνει εξαρχής ότι επιθυμεί να βρίσκεται στο πλευρό του και ο μονάρχης το αποδέχεται. Μάλιστα προσφέρεται να βαφτίσει και το τέταρτο παιδί του, που ονομάστηκε για ευνόητους λόγους, Όθωνας. Συνολικά ο αγωνιστής της Επανάστασης έκανε 12 παιδιά (10 αγόρια και 2 κορίτσια) με την αρχοντοπούλα Κατίγκω Σκουζέ την οποία είχε παντρευτεί από τον Δεκέμβριο του 1825 κι ενώ εκείνη ήταν μόλις 16 ετών.
Τέλη Μαρτίου του 1833 ο βασιλιάς τον διορίζει ταγματάρχη στο 1ο τάγμα ακροβολιστών επί συνόλου δέκα που δημιουργήθηκαν εκείνη την εποχή. Για μια ακόμη φορά όμως θα επιβεβαιωθεί το ρητό «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος αχαρίστου». Αρχές του 1840 ο Μακρυγιάννης θα λάβει μέρος σε συνωμοσία που προετοίμαζε κίνημα κατά του Όθωνα και θα τεθεί υπό στενή παρακολούθηση. Παρ’ όλα αυτά οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής Συντάγματος και πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 η οποία είχε ως αποτέλεσμα μέσα σε μια νύχτα η χώρα να περάσει από την απόλυτη στη συνταγματική μοναρχία.
Καταδικάζεται για εσχάτη προδοσία
Αρχές της δεκαετίας του 1850 θα βρεθεί για μια ακόμη φορά στο επίκεντρο συνωμοσιών εις βάρος του βασιλέα Όθωνα. Ο αρχηγός του κράτους όμως τώρα δεν είναι διαλλακτικός απέναντί του. Διατυπώνονται ανοικτά κατηγορίες εις βάρος του 56χρονου υποστράτηγου και τον Μάρτιο του 1853 το στρατοδικείο τον καταδικάζει σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Μάρτυρας κατηγορίας είναι μόνο ένας, ο δικηγόρος Ν. Στεφανίδης, ο οποίος καταθέτει ότι ο Μακρυγιάννης του εμπιστεύθηκε ότι στις 25 Μαρτίου 1853, ανήμερα της εθνικής επετείου, θα δολοφονούσε μαζί με συνεργούς του το βασιλικό ζεύγος έξω από τον τότε μητροπολιτικό ναό της Αγίας Ειρήνης, στην οδό Αιόλου. Τελικώς ο κατηγορούμενος θα την γλιτώσει αφού η ποινή του θα μετατραπεί αρχικά σε ισόβια και κατόπιν σε δεκαετή κάθειρξη με αποτέλεσμα να αποφυλακισθεί στις 2 Σεπτεμβρίου 1854 με παρέμβαση του τότε υπουργού Εξωτερικών και Στρατιωτικών Δημήτρη Καλλέργη. Οι δύο άνδρες είχαν συνεργαστεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και γνωρίζονταν καλά.
Για μια ακόμη φορά οι γνωριμίες σώζουν από τον εγκλεισμό τον Μακρυγιάννη που το 1862 η κυβέρνηση θα τον αποκαταστήσει δίνοντάς του τον βαθμό του υποστρατήγου και στις 20 Απριλίου 1864 θα τον προβιβάσει σε αντιστράτηγο. Μια βδομάδα αργότερα θα αφήσει την τελευταία του πνοή «εξ υπερβαλλούσης σωματικής εξάντλησης» στην Αθήνα. Η συνοικία που ζούσε, νότια της πλατείας Συντάγματος, κάτω απ’ την Ακρόπολη, διατηρεί μέχρι και σήμερα τ’ όνομά του.
Διαβάστε και αυτό:
Είχε τραύματα σε όλο του το σώμα
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης ήταν από τους αγωνιστές που στην κυριολεξία έδωσε το αίμα του για την ελευθερία. Τραυματίστηκε πολλές φορές στα πεδία των μαχών με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει στην πορεία σοβαρά προβλήματα υγείας.
Καταρχάς είχε δεχθεί βόλι στη δεξιά κνήμη όταν πολεμούσε στο Πέτα το 1821 Ακολουθως είχε τραυματιστεί επίσης από σφαίρα στο μέσον του πήχη του δεξιού του χεριού στη μάχη των Μύλων το 1825 ενώ ο πιο σημαντικός τραυματισμός που επηρέασε και την ψυχική του υγεία ήταν αυτός που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 1826 κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών καθώς χτυπήθηκε στον λαιμό.
Ποδοπατήθηκε από συμπολεμιστές του
Δεν αρκούσε αυτό αλλά πέφτοντας κάτω και με τον τράχηλο να αναβλύζει αίμα ποδοπατήθηκε από τους υποχωρούντες συμπολεμιστές του στην κοιλιακή χώρα. Πάει να σηκωθεί και τραυματίζεται εκ νέου από βόλι στο αριστερό βρέγμα (την κρανιακή περιοχή πάνω από το μέτωπο) με αποτέλεσμα να αιμορραγεί και στο κεφάλι. Το βλήμα από τον τράχηλο δεν επιχειρήθηκε να αφαιρεθεί ούτε να αναταχθούν τα σπασμένα οστά του κρανίου αφού κάτι τέτοιο θα αύξανε την πιθανότητα ενδοκρανιακού αιματώματος. Ο ίδιος αναφέρει ότι κατά καιρούς είχε επεισόδια ζάλης και μια κρίσιμη απώλεια συνείδησης.