Youmag.gr
Η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και η ιστορία Η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και η ιστορία
Συνέντευξη με την Θάλεια Κωνσταντινίδου, επίκουρη καθηγήτρια στην Κοινωνική Ψυχολογία του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Μια από τις «ταυτότητες» που προσδίδουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους,... Η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και η ιστορία

Συνέντευξη με την Θάλεια Κωνσταντινίδου, επίκουρη καθηγήτρια στην Κοινωνική Ψυχολογία του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Μια από τις «ταυτότητες» που προσδίδουν οι άνθρωποι στον εαυτό τους, ατομικά και συλλογικά, είναι η εθνική, με την οποία αισθάνονται ότι ανήκουν σε μια ομάδα, που θεωρούν διαφορετική και ξεχωριστή από τις υπόλοιπες ομάδες.

Για να μάθουμε πώς διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα και πώς η διαμόρφωσή της συνδέεται με την Ιστορία επικοινωνήσαμε με την επίκουρη καθηγήτρια στην Κοινωνική Ψυχολογία του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Θάλεια Κωνσταντινίδου, της οποίας το συγγραφικό έργο και τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα σχετίζονται με ζητήματα που αφορούν στην «κατασκευή» της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στα αναλυτικά προγράμματα και στα σχολικά βιβλία ιστορίας, καθώς και στους τρόπους κατανόησης και διαχείρισης της πολιτισμικής διαφοράς στην εκπαίδευση.

Σημαντικό πεδίο για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας είναι η δημόσια ιστορία, όπου συμβάλλει με κρίσιμο τρόπο η ακαδημαϊκή ιστοριογραφία

Επειδή θα μιλήσουμε για την Επανάσταση του 1821, τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και την εκπαίδευση, τρόπον τινά για τα «ιερά και τα όσια» των Ελλήνων, θα ήθελα να ξεκινήσουμε με μια ερώτηση που σχετίζεται με την επαγγελματική σας ειδικότητα. Ο μέσος πολίτης όταν ακούει ή διαβάζει μία επιστημονική ανάλυση ενός γεγονότος, που για τον ίδιο είναι σημαντικό και ξεκάθαρο στη συλλογική του μνήμη, νομίζει και θεωρεί ότι ο επιστήμονας έχει σκοπό να το αποδομήσει, με αποτέλεσμα να μην δέχεται την επιστημονική γνώση και να χαρακτηρίζει την κάθε μελέτη ή έρευνα σαν προϊόν συνομωσίας εναντίον της συλλογικής του συνείδησης, ενώ ταυτόχρονα στιγματίζει με διάφορους χαρακτηρισμούς και τον ίδιο τον επιστήμονα. Τι αναφέρει σχετικά μ’ αυτή την αντίδραση η Κοινωνική Ψυχολογία;

Η Κοινωνική Ψυχολογία μελετάει τους τρόπους με τους οποίους οι καθημερινοί άνθρωποι κατανοούν την κοινωνική ζωή και επιδιώκουν να συμμετάσχουν σε αυτή στο παρόν. Μια από τις σημαντικές διαστάσεις της κατανόησης και συμμετοχής στην κοινωνική ζωή είναι η εθνική ταυτότητα ή, αλλιώς, το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα που προσδιορίζεται ως έθνος, με πολιτικά και πολιτισμικά κριτήρια, και δίνει νόημα στην ταυτότητα του πολίτη.

Σημαντικό πεδίο για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας είναι η δημόσια ιστορία, όπου συμβάλλει με κρίσιμο τρόπο η ακαδημαϊκή ιστοριογραφία. Ωστόσο, συνήθως, προκειμένου ένα ακαδημαϊκό ιστοριογραφικό κείμενο να προσελκύσει τους καθημερινούς ανθρώπους ως μη ειδικούς, δεν αναφέρεται με λεπτομέρειες στη θεωρία ιστορίας και την ερευνητική μέθοδο που χρησιμοποιήθηκαν, ώστε να καταλήξουν οι ιστορικοί ως ερευνητές σε μια συνεπή περιγραφή και εξήγηση των ιστορικών συμβάντων. Επιπλέον, από τη μια πλευρά, στο ίδιο το πεδίο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, όπως και στις άλλες κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανόμενης και της Κοινωνικής Ψυχολογίας, σήμερα είναι αποδεκτή η συμβίωση ποικίλων και, πολλές φορές, και ανταγωνιστικών θεωριών ιστορίας που προσδιορίζουν τη διατύπωση των ερευνητικών ερωτημάτων και την επιλογή του ερευνητικού υλικού, δηλαδή τις «ιστορικές πηγές» και την ερμηνεία τους.

Από την άλλη πλευρά, στη δημόσια ιστορία σπάνια έρχεται στο προσκήνιο αυτή η ποικιλομορφία των τρόπων κατανόησης του εθνικού παρελθόντος. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι πολίτες, ως καθημερινοί άνθρωποι, εμπλέκονται στη συζήτηση διαφιλονικούμενων ερμηνειών του εθνικού παρελθόντος, προσπαθώντας να υπερασπιστούν κάποιες από αυτές ως αληθινές και κάποιες ως ψευδείς.

Tο σχολείο είναι και το αποκλειστικό πεδίο συστηματικής ιστορικής εκπαίδευσης για τους περισσότερους

Ένας άλλος λόγος είναι ότι οι πολίτες, ως καθημερινοί άνθρωποι, δεν έρχονται συστηματικά σε επαφή με αυτούς τους ποικίλους τρόπους κατανόησης του εθνικού παρελθόντος αλλά, ιδιαίτερα μέσω του σχολείου, που είναι και το αποκλειστικό πεδίο συστηματικής ιστορικής εκπαίδευσης για τους περισσότερους, ενός κυρίαρχου τρόπου κατανόησης του εθνικού παρελθόντος, τη «γεγονοτολογική» θεωρία ιστορίας, δηλαδή ότι δε μπορεί να υπάρχει παρά μόνο μια αληθινή ερμηνεία του εθνικού παρελθόντος, αυτή που παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία.

Παλιότερες προσπάθειες σε σχολικά βιβλία παρουσίασης θεωρητικών και μεθοδολογικών όψεων της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας σήμερα έχουν εγκαταλειφθεί. Επίσης, αναρωτιέμαι αν αξιοποιούνται για το μάθημα της ιστορίας οι αναφορές σε ζητήματα θεωρίας της επιστημονικής γνώσης στο σχολικό βιβλίο φιλοσοφίας της Β’ Λυκείου, επειδή πρόκειται για ένα διαφορετικό μάθημα. Θεωρώ ότι είναι σημαντικά δύο γενικότερα ερωτήματα σχετικά με το πώς και με ποιες συνέπειες η επιστημονική γνώση «φιλτράρεται», όταν μπαίνει στο δημόσιο πεδίο.

Γνωρίζοντας ότι οι επαναστάτες είχαν έντονο συναίσθημα τοπικισμού, το οποίο τους έφερνε και σε συγκρούσεις αναμεταξύ τους, όπως και διαφορετικές διαλέκτους, αντιλαμβανόμαστε ότι ο κυριότερος ενωτικός κρίκος της ομάδας τους ήταν η θρησκεία, η οποία και παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας.

Η Κοινωνική Ψυχολογία δεν επεκτείνεται στην ιστορική διερεύνηση της διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας, αλλά ενδιαφέρεται να μελετήσει πώς η κατανόηση του παρελθόντος αξιοποιείται από τους καθημερινούς ανθρώπους στο παρόν. Η ακαδημαϊκή Ιστορία και η Ιστορική Κοινωνιολογία έχουν τέτοια ενδιαφέρονται. Στο πλαίσιο των παραπάνω κοινωνικών επιστημών και, πιο συγκεκριμένα, στη θεωρία εθνικισμού αναδείχτηκε ότι τα κριτήρια με βάση τα όποια προσδιορίζεται ένα έθνος-κράτος ως οντότητα είναι πολιτικά και πολιτισμικά. Στα πολιτισμικά κριτήρια συμπεριλαμβάνεται και η θρησκεία.

Kάθε πλευρά επιχειρεί να πείσει ότι η ίδια εκπροσωπεί την αληθινή αναπαράσταση του εθνικού παρελθόντος και ότι οι ανταγωνιστικές προς αυτή αναπαραστάσεις είναι ψευδείς

Κάθε ομάδα έχει τη συλλογική της ιστορία μέσα στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι συλλογικοί μύθοι, που έχουν σκοπό να σφυρηλατήσουν τη συνείδηση των μελών της ομάδας, αλλά και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα όμως, μέσω της προπαγάνδας, σχηματοποιούν στερεοτυπικά και τον Άλλον, τον εξωγενή αντίπαλο της ομάδας.

Τόσο ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «εμείς» και «αυτοί» ή «οι άλλοι» όσο και η χρήση του παρελθόντος ως ενός συνόλου από «μύθους», δηλαδή αποκρυσταλλωμένες, «στερεοτυπικές» αφηγήσεις όπου περιγράφονται και εξηγούνται ιστορικά συμβάντα που αξιοποιούνται για να τεκμηριωθεί ο διαχωρισμός αυτός, χαρακτηρίζουν τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της εθνικής ταυτότητας που δεν αφορά μόνο την καθημερινή ζωή, αλλά και την επίσημη πολιτική ζωή, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, το διακύβευμα ποια αφήγηση θα επικρατήσει είναι ιδιαίτερα σημαντικό, οπότε κάθε πλευρά επιχειρεί να πείσει ότι η ίδια εκπροσωπεί την αληθινή αναπαράσταση του εθνικού παρελθόντος και ότι οι ανταγωνιστικές προς αυτή αναπαραστάσεις είναι ψευδείς.

Η εκπαίδευση και συγκεκριμένα το σχολείο παίζει μεγάλο ρόλο στη σφυρηλάτηση της εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα, πώς ξεκίνησε η παρουσίαση των γεγονότων της Επανάστασης και τι αλλαγές έγιναν κατά την πορεία μέχρι σήμερα;

Στο πλαίσιο του σχολείου, ιδιαίτερα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, θεσμοθετήθηκε η διδασκαλία της ιστορίας ως εθνικής ιστορίας, στοχεύοντας φανερά στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας με έμφαση στην ανάπτυξη του πατριωτισμού. Κύρια πηγή για τη σχολική ιστοριογραφία αποτέλεσε η ακαδημαϊκή εθνική ιστοριογραφία με κύριο εκπρόσωπο τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Επανάσταση από τότε μέχρι σήμερα παρουσιάζεται ως κορυφαία πράξη «εθνικής παλλιγεννεσίας», κυρίως με πολιτικούς όρους που αφορούν την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η οποία τεκμηριώνεται ως εφικτή λόγω της πολιτισμικής «επιβίωσης» του έθνους στο πέρασμα των αιώνων. Η ιστορική πορεία της παρουσίασης της Ελληνικής Επανάστασης στη σχολική ιστοριογραφία δεν εμπίπτει στο πεδίο της Κοινωνικής Ψυχολογίας, αλλά της Ιστορίας της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα της ιστορικής μελέτης της σχολικής ιστοριογραφίας.

Μπορείτε να μας φέρετε κάποια παραδείγματα του τρόπου παρουσίασης μέσω των σχολικών βιβλίων τόσο των Ελλήνων όσο και των αντιπάλων τους σε διαφορετικές χρονικές περιόδους;

Στα σχολικά βιβλία ιστορίας, παραδοσιακά, ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «εμείς» και «οι άλλοι» παίρνει τη μορφή «οι Έλληνες» και οι «αντίπαλοί» τους ή οι «εχθροί» τους, κυρίως στο πλαίσιο πολεμικών αφηγήσεων. Αυτή είναι μια σταθερή επιλογή στα σχολικά βιβλία ιστορίας μέχρι σήμερα.

Είναι δεδομένο ότι στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας οι πόλεμοι και οι σχέσεις με τους αντιπάλους διαμορφώνουν την εθνική ταυτότητα, τόσο ως προς τον ηρωισμό όσο και ως προς τη θυματοποίησή μας. Ποιες πολιτισμικές εκφάνσεις θεωρείτε ότι αν αναφέρονταν περισσότερο μέσα στα βιβλία θα προσέφεραν στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας μια άλλη χροιά, αλλά εξίσου έντονη και που δεν θα «μείωνε» την περηφάνεια μας;

Στο πλαίσιο των πολεμικών αφηγήσεων στα σχολικά βιβλία ιστορίας προβάλλεται η ταυτότητα των Ελλήνων ως «μαρτύρων», η οποία περιλαμβάνει τις δύο ταυτότητες του «ήρωα πολέμου» και του «θύματος πολέμου», ταυτότητα με ιδιαίτερο ηθικό βάρος, αυτό της «θυσίας» για την Πατρίδα. Ωστόσο, τα σχολικά βιβλία ιστορίας περιέχουν και πολιτισμικές όψεις της εθνικής ιστορίας, για παράδειγμα την πολιτική ζωή, την κοινωνική ζωή και την πολιτισμική ζωή με διαφορετικά διακυβεύματα εθνικής ταυτότητας.

H καθιερωμένη τάση στη σχολική ιστορική εκπαίδευση σε διεθνές επίπεδο είναι η εκπαίδευση στην εθνική ιστορία

Σε σχέση με τα άλλα κράτη της Δύσης η παρουσίαση των συλλογικών επιτευγμάτων για τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας ήταν ή και είναι σε ακραίο επίπεδο ή ακολουθούσαμε την ίδια γραμμή με εκείνα;

Επειδή, παραδοσιακά, η δημόσια εκπαίδευση έχει συνδεθεί με τη διαμόρφωση του έθνους-κράτους, η καθιερωμένη τάση στη σχολική ιστορική εκπαίδευση σε διεθνές επίπεδο είναι η εκπαίδευση στην εθνική ιστορία. Η ίδια η έρευνα των σχολικών βιβλίων ιστορίας ξεκινάει μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών, με στόχο την αφαίρεση του «δηλητήριου» του ενός εναντίον του άλλου, π.χ. της Γαλλίας εναντίον της Γερμανίας.

Μέσα στα σχολικά βιβλία και η Δύση, αν και τις περισσότερες φορές παρουσιάζεται ως πρότυπο, αναφέρεται πολλές φορές και ως αντίπαλη, τόσο σε σχέση με τη θρησκεία όσο και με τη νοοτροπία και τον πολιτισμό μας. Κάτι μάλιστα που έγινε φανερό κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό το δίλημμα στα σχολικά βιβλία ιστορίας σε σχέση με την παρουσίαση της «Δύσης», δίλημμα που χαρακτηρίζει τη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και σε άλλα πεδία εκτός σχολείου και εκτός εθνικής ιστορίας. Το δίλλημα αυτό συνδέεται μ’ ένα ευρύτερο δίλημμα της ελληνικής εθνικής ταυτότητας ανάμεσα στο «Ελληνικό», που συνδέεται με τη «Δύση» και το «Ρωμέικο», που συνδέεται με την «Ανατολή».

Διακόσια χρόνια μετά από την Επανάσταση και με τις συνθήκες που επικρατούν θεωρούμαστε ο αντίπαλος Άλλος της απέναντι πλευράς, η οποία θέλει να επεκταθεί και να αναγνωριστεί ως δύναμη της περιοχής, δεν είναι εύλογο η δική μας ομάδα να συσπειρωθεί στο δικό της συλλογικό αφήγημα;

Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής Ιστορίας και της Ιστορικής Κοινωνιολογίας έχει αναδειχθεί η παράλληλη διαμόρφωση της Τουρκίας (ως μετασχηματισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και της Ελλάδας (με την Ελληνική Επανάσταση και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους) ως εθνών-κρατών, σύμφωνα με συγκεκριμένα πολιτικά και πολιτισμικά κριτήρια, στη νεοτερική εποχή. Στο πλαίσιο αυτό, ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «εμείς» και οι «άλλοι», ιδιαίτερα ως «αντίπαλοι» ή οι «εχθροί», αφορά και την τουρκική και την ελληνική πλευρά, αφού βασίζεται στις κοινότοπες, πλέον, παραδοχές, τόσο σε καθημερινό όσο και σε επίσημο επίπεδο, ότι ο σχεδόν φυσικός τρόπος οργάνωσης της πολιτικής και πολιτισμικής ζωής είναι η οργάνωση σε έθνη-κράτη και ότι ο κόσμος είναι ένας κόσμος εθνών-κρατών. Κατά συνέπεια, και η δημόσια ιστορία τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα διαμορφώνεται μέσα στο πλαίσιο αυτής της παραδοχής, παράγοντας ιστορικές αφηγήσεις που «καθρεφτίζουν» η μια την άλλη.