Τα CDS (Credit Default Swaps), στα ελληνικά λέγονται ασφάλιστρα κινδύνου, είναι η πιο δημοφιλής μορφή πιστωτικών παραγώγων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για αντιστάθμιση πιστωτικού κινδύνου είτε σαν επενδυτικό προϊόν.
Ένα Credit Default Swap (CDS) είναι μια σύμβαση όπου ο αγοραστής δικαιούται να εισπράξει από τον πωλητή των CDS ένα ποσό ως αποζημίωση σε περίπτωση που ένας οργανισμός αθετήσει μια πληρωμή έναντι ενός δανειστή.
Στην Ελλάδα τα Credit Default Swap (CDS) έγιναν γνωστά με την οικονομική κρίση το 2009 όπου ενεργοποιήθηκαν για να αποπληρώσουν επενδυτές έναντι αθέτησης πληρωμής ομολόγων που είχε εκδώσει το ελληνικό δημόσιο.
Η τιμή ενός CDS για μια συγκεκριμένη εταιρεία συχνά χρησιμοποιείται για να μετρήσει την πιστοληπτική ικανότητα της εταιρείας (δηλαδή την αξιοπιστία της εταιρίας και τη δυνατότητά της να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών της). Η τιμή ενός CDS αλλάζει καθημερινά καθώς τα CDS διαπραγματεύονται καθημερινά. Στις αρχές του 2000 για παράδειγμα τα CDS για το ελληνικό χρέος ήταν πάρα πολύ φθηνά καθώς δε φαινόταν πουθενά ότι η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει. Οι τιμές των CDS των ελληνικών ομολόγων αυξήθηκαν απότομα το 2009 όταν πλέον ήταν προφανές πως η Ελλάδα δε θα μπορούσε να εξυπηρετήσει το χρέος της.
Οι τράπεζες είναι οι μεγαλύτεροι αγοραστές CDS στον κόσμο και οι ασφαλιστικές εταιρίες είναι οι μεγαλύτεροι πωλητές.
Πώς λειτουργούν τα CDS;
Mια εταιρία εκδίδει ένα πιστωτικό τίτλο, όπως ένα ομόλογο. Ταυτόχρονα, μια ασφαλιστική εταιρία εκδίδει ένα CDS που αφορά τις αποζημιώσεις που πρέπει να πληρώσει στον αγοραστή των CDS αν συμβεί ένα πιστωτικό γεγονός, πχ η εταιρία δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει την ονομαστική αξία του ομολόγου την ημερομηνία λήξης.
Τυπικά πιστωτικά γεγονότα που συνήθως ορίζονται στη σύμβαση CDS περιλαμβάνουν:
- πτώχευση της εταιρίας
- αδυναμία πληρωμής του ομολόγου
- αναδιάρθρωση του χρέους μια εταιρίας, όταν η εταιρία επιδιώκει να μειώσει το χρέος της διαπραγματευόμενη με τους πιστωτές.
Τα Credit Default Swaps δεν προστατεύουν από μεταβολές των τιμών, ακόμη και αν αυτές οι αλλαγές είναι το αποτέλεσμα της μείωσης της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη. Μόνο αν συμβεί το πιστωτικό γεγονός καλύπτεται από τα CDS. Το πλασματικό κεφάλαιο είναι το μέγιστο ποσό που καταβάλλεται από τον πωλητή CDS για ένα πιστωτικό γεγονός.
Ο αγοραστής CDS καταβάλλει στον πωλητή μια συνδρομή (ασφάλιστρο), ανά τρίμηνο, εξάμηνο ή ετησίως, μέχρι τη λήξη του τίτλου (που λήγει την ίδια μέρα που λήγει και το ομόλογο). Το ποσό της ασφάλισης καθορίζεται από μονάδες βάσης του πλασματικού κεφαλαίου.
Για παράδειγμα, μια πληρωμή 100 μονάδων βάσης (spread) ετησίως επί ονομαστικού κεφαλαίου 100 εκ $ θα ισοδυναμούσε με την καταβολή ή 1%, ή $ 1.000.000, για κάθε χρόνο από τον αγοραστή στον πωλητή, ενόσο τα CDS είναι σε ισχύ.
Έτσι, αν ένας αγοραστής CDS πληρώνει 50 μονάδες βάσης σε τριμηνιαία βάση, τότε το spread των CDS είναι 200 μονάδες βάσης ετησίως, ή 2%, του πλασματικού κεφαλαίου.
Tα Spreads στα CDS χρησιμοποιούνται για να υπολογιστεί το κόστος ενός CDS και δεν έχουν καμία σχέση με τα Spreads στο Forex.
Η σύμβαση CDS μπορεί να περιλαμβάνει πολλούς όρους. Για παράδειγμα, η σύμβαση μπορεί προβλέπει μόνο αποζημίωση σε μετρητά, η μπορεί να προβλέπει πως ο αγοραστής με την αποζημίωση πρέπει να παραδόσει τον τίτλο στον πωλητή, ώστε αυτός να στραφεί νομικά εναντίον της εταιρίας που τον εξέδωσε κι αδυνατεί να τον “εξυπηρετήσει”.
Η αγορά των CDS
Αρκετές μεγάλες τράπεζες λειτουργούν ως διαμορφωτές της αγοράς στις τιμές της αγοράς CDS. Ακριβώς όπως με τις τιμές αγοράς άλλων τίτλων, η τιμή προσφοράς είναι το ποσό που ο ειδικός διαπραγματευτής είναι πρόθυμος να αγοράσει ένα CDS και η τιμή ζήτησης είναι το ποσό που ο ειδικός διαπραγματευτής είναι πρόθυμος να το πουλήσει.
Όταν ένα CDS δημιουργείται για πρώτη φορά, η αξία του CDS στη δευτερογενή αγορά είναι μηδέν. Το CDS αποκτά αξία στην αγορά όταν ξεκινάει να διαπραγματεύεται ελεύθερα.
Γιατί τα CDS είναι “ύπουλα” προϊόντα;
Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να αγοράσει ένα CDS χωρίς να κατέχει τον τίτλο τον οποίο αφορά, το καθιστά προϊόν που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αθέμιτο κέρδος.
Για παράδειγμα, οι Έλληνες πολιτικοί το 2009 θα μπορούσαν “γνωρίζοντας” εκ των έσω πως η Ελλάδα θα αθετήσει πληρωμές ομολόγων να αγοράσουν CDS και να κερδοσκοπήσουν ωθώντας τη χώρα σε χρεοκοπία.
Με τον ίδιο τρόπο κάποιος που είναι διευθύνων σύμβουλος σε μια εταιρία που έχει εκδώσει ένα ομόλογο και γνωρίζει εκ των έσω ότι δεν πρόκειται η εταιρία να το πληρώσει, μπορεί να αγοράσει CDS και να κερδοσκοπήσει από τη χρεοκοπία της ίδιας του της εταιρίας.
Finance Disclaimer
Πού Είναι ο Τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου;
Που Απρ 3, 2025