Youmag.gr
Αθανάσιος Διάκος: Το φρικτό τέλος του πρώτου εθνομάρτυρα του 1821 Αθανάσιος Διάκος: Το φρικτό τέλος του πρώτου εθνομάρτυρα του 1821
Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κήρυξη της Επανάστασης, ο Αθανάσιος Διάκος θανατώθηκε με ένα από τα πιο φρικτά βασανιστήρια που έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους.... Αθανάσιος Διάκος: Το φρικτό τέλος του πρώτου εθνομάρτυρα του 1821

Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κήρυξη της Επανάστασης, ο Αθανάσιος Διάκος θανατώθηκε με ένα από τα πιο φρικτά βασανιστήρια που έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους.

Τρία χιλιόμετρα δυτικά των Θερμοπυλών στέκει ένα πέτρινο γεφύρι που χτίστηκε πριν από αρκετούς αιώνες με σκοπό να διευκολύνει όσους θέλουν να περνάνε στην αντίπερα όχθη του Σπερχειού ποταμού. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, στη γέφυρα της Αλαμάνας, επέλεξε τ’ αναμετρηθεί ο 33χρονος οπλαρχηγός Αθανάσιος Διάκος και οι συναγωνιστές του, με το ασκέρι του Οθωμανού στρατηγού Ομέρ. Η μάχη στη γέφυρα της Αλαμάνας έμελλε να είναι και η τελευταία για τον νεαρό εθνομάρτυρα που βρήκε φρικτό θάνατο στα χέρια των Τούρκων, περνώντας όμως για πάντα στο πάνθεο των ηρώων του εθνικοαπελευθερωτικού μας Αγώνα.

Ο Ομέρ Βρυώνης κατεβαίνει στη Στερεά

Είναι 22 Απριλίου 1821. Ο Αλβανός διοικητής Ομέρ Βρυώνης μαζί με τον πασά Κιοσσέ Μεχμέτ ξεκινούν από τα Ιωάννινα και κατεβαίνουν αφιονισμένοι προς τη Στερεά Ελλάδα προκειμένου να καταπνίξουν την Επανάσταση των «απίστων» που είχε ξεσπάσει μόλις πριν από μερικές εβδομάδες. Διαθέτουν έναν ισχυρό στρατό 8.000 πεζών και 800 ιππέων ο οποίος στο πέρασμά του τσακίζει τους εξεγερθέντες. Οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης ετοιμάζονται να τους αντιμετωπίσουν έχοντας υπό τις διαταγές τους ένα στράτευμα μόλις 1.500 ανδρών.

Ο Ομέρ Βρυώνης τον γνωρίζει από την κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από τότε τον εκτιμούσε και τώρα, ενθουσιασμένος από την παλικαριά του Έλληνα αγωνιστή, θέλει να τον προσλάβει στην υπηρεσία του και να τον κάνει αξιωματικό του οθωμανικού στρατού. Ο Διάκος αρνείται. «Εγώ Γραικός εγεννήθηκα, Γραικός θε να αποθάνω» θα απαντήσει ο Αθανάσιος Διάκος. Αποφασίζουν να τον θανατώσουν με ένα από τα πιο φρικτά βασανιστήρια που έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους.

Πέραν του γεγονότος ότι είναι αρκετά λιγότεροι, διαπράττουν επίσης ένα σημαντικό λάθος τακτικής. Διασπούν στα τρία τις ελληνικές δυνάμεις και τις διασκορπίζουν σε μια μεγάλη έκταση. Ο οπλαρχηγός Γιάννης Δυοβουνιώτης με 400 αρματολούς καταλαμβάνει τη γέφυρα της Αλαμάνας, ο Πανουργιάς με 600 άνδρες κατευθύνεται προς το χωριό Μουσταφάμπεη (τη σημερινή Ηρακλειά Φθιώτιδας) και ο Αθανάσιος Διάκος με τους υπόλοιπους  περίπου 500 αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τη γέφυρα της Αλαμάνας, που οδηγεί προς την Άμφισσα. Οι Τούρκοι, αφού εξουδετερώνουν τις δύο πρώτες μονάδες, στρέφονται εναντίον του.

Αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει

Η μάχη θα κρατήσει δύο ημέρες. Ο Διάκος, αν και βλέπει τους μαχητές του συνεχώς να λιγοστεύουν καθώς ξεπαστρεύονται από τα τουρκικά βόλια, συνεχίζει απτόητος να πολεμάει. «Δεν ωφελεί η αντίσταση, ας υποχωρήσουμε» του συστήνουν οι εναπομείναντες. Εκείνος όμως δεν τους ακούει. Κατά τη μάχη σπάει το γιαταγάνι του και πληγώνεται σοβαρά στον δεξιό ώμο. Οι Τούρκοι καταφέρνουν να τον συλλάβουν, τον δένουν και τον μεταφέρουν ενώπιον των πασάδων που έχουν στρατοπεδεύσει στη Λαμία.

Ο Ομέρ Βρυώνης τον γνωρίζει από την κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Από τότε τον εκτιμούσε και τώρα, ενθουσιασμένος από την παλικαριά του Έλληνα αγωνιστή, θέλει να τον προσλάβει στην υπηρεσία του και να τον κάνει αξιωματικό του οθωμανικού στρατού. Ο Διάκος αρνείται. Του αντιπροτείνει ν΄ αλλαξοπιστήσει ώστε να του σώσει τη ζωή. «Εγώ Γραικός εγεννήθηκα, Γραικός θε να αποθάνω» θα απαντήσει ο Αθανάσιος Διάκος. Αποφασίζουν να τον θανατώσουν με ένα από τα πιο φρικτά βασανιστήρια που έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους.

Καταρχάς τον οδηγούν σε ένα παχνί που αποτέλεσε και τον πρώτο τόπο μαρτυρίου. Τον ξυλοκοπούν, του βάζουν καρφιά στις πατούσες με αποτέλεσμα να αναταράζεται από τον πόνο και ακολούθως του ρίχνουν κατά τη διάρκεια της νύχτας αργά και βασανιστικά καυτό λάδι σε όλο το κορμί. Ο Διάκος τινάζεται και οδύρεται. Το σώμα αρχίζει να νεκρώνει. Δεν θέλουν όμως ακόμη να πεθάνει.  

Την επόμενη μέρα, 24 Απριλίου 1821, ο ημιθανής οπλαρχηγός σέρνεται  στην γεμάτη από κόσμο κεντρική πλατεία του Ζητουνίου, όπως λεγόταν τότε η Λαμία. Ο Τούρκος στρατιωτικός διοικητής Χαλίλ μπέης προτρέπει όλο τον τοπικό πληθυσμό να παρακολουθήσει το μαρτύριο ώστε να αποτρέψει νέες εστίες εξέγερσης. Λέγεται ότι ο ήρωας αντικρίζοντας το ανοιξιάτικο τοπίο της περιοχής είπε τότε το γνωστό δίστιχο: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάνει η γη χορτάρι».

Το κτηνώδες σούβλισμα

Ο δήμιος εμφανίζεται κρατώντας ένα πολύ μυτερό σουβλί. Το μπήγει στη βουβωνική χώρα του Αθανάσιου Διάκου και με αργές κινήσεις, αφού τρυπήσει τα ζωτικά όργανα, θα βγει από την πλάτη, κοντά στο δεξί αυτί. Από κάποιους μικροσπασμούς έδειχνε πως ήταν ακόμη ζωντανός. Μετά τον ανασκολοπισμό οι Τούρκοι τρέχουν και δένουν το σώμα με σκοινιά γύρω από το σουβλί για να μην σπάσει το δέρμα. Ακολούθως τον βάζουν πάνω απ’ τη φωτιά και τον γυρνάνε για λίγο σαν να ‘ταν αρνί στη σούβλα. Ο κόσμος που παρακολουθεί την κτηνωδία μένει άφωνος.

Το λείψανο θα πεταχτεί σ’ ένα κοντινό ρέμα που έριχναν τις κοπριές των στάβλων. Μέσα στη νύχτα οι χριστιανοί το παίρνουν κρυφά και το θάβουν, χωρίς να βάλουν από πάνω σταυρό, ώστε να μην το αντιληφθούν οι Τούρκοι. Πολλά χρόνια αργότερα, το έτος 1881, ο συνταγματάρχης Ρούβαλης που είχε πάρει μετάθεση στη Λαμία, αναζητά το σημείο που φημολογούνταν ότι είχε ταφεί. Πράγματι, εκεί που αρχίζει σήμερα η οδός Ησαΐα ανακαλύπτεται ένας και μοναδικός σκελετός. Τα οστά καθαρίζονται, τοποθετούνται σε ένα ξύλινο κουτάκι και ξαναθάβονται στο ίδιο σημείο, τοποθετώντας πάνω μερικές πέτρες και το σταυρό με το όνομά του. Το 1903 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του επιβλητικού ανδριάντα που στέκει μέχρι και σήμερα στην πρωτεύουσα της Φθιώτιδας.        

Ο Αθανάσιος Γραμματικός (ή κατ’ άλλους Μασσαβέτας), που πέρασε στην Ιστορία με την εκκλησιαστική του ιδιότητα, καθώς χειροτονήθηκε σε ηλικία 17 ετών ιεροδιάκονος στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Αρτοτίνας Φωκίδας, δυστυχώς μαρτύρησε πολύ νωρίς – λίγο μετά την έναρξη της εθνικής Παλιγγενεσίας. Ηγούνταν στο αρματολίκι της Λειβαδιάς και αφού μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία άρχισε να οργανώνει μαζί με τα υπόλοιπα μέλη τον ξεσηκωμό του έθνους. Στις 27 Μαρτίου 1821 θα βρεθεί στη μονή του Οσίου Λουκά Βοιωτίας μαζί με τους επισκόπους Σαλώνων Ησαΐα και Ταλαντίου Νεόφυτο, οπλαρχηγούς και προεστούς προκειμένου να κηρύξουν την Επανάσταση στη Ρούμελη, ψάλλοντας όλοι μαζί το απολυτίκιο «Σώσον Κύριε τον λαόν σου…».