Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου, αλλά στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 στην Μολδοβλαχία,.
Στο ερώτημα «πότε ακριβώς ξεκίνησε η εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821» είναι βέβαιο ότι πολλοί θα απαντήσουν χωρίς δεύτερη σκέψη, «μα φυσικά, την 25η Μαρτίου». Λάθος! Εκείνη την ημέρα δεν συνέβη κανένα αξιομνημόνευτο γεγονός. Επί της ουσίας η έναρξη του Αγώνα πραγματοποιήθηκε έναν μήνα νωρίτερα.
«Ἡ ὥρα ἦλθεν»
Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο 29χρονος πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, γόνος μιας εύπορης οικογένειας και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, ύψωνε περήφανος με το αριστερό του χέρι (καθώς το δεξί το είχε χάσει πολεμώντας υπέρ του ρωσικού στρατού σε μάχη 8 χρόνια νωρίτερα) τη σημαία της Επανάστασης στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας (στη σημερινή Ρουμανία), εκδίδοντας παράλληλα τη σχετική επαναστατική προκήρυξη με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», μέσω της οποίας καλούσε άπαντες σε γενικό ξεσηκωμό. Η πρώτη πρόταση και μόνο του κειμένου των 963 λέξεων που συνέγραψε, δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες: «Ἡ ὥρα ἦλθεν, ὦ Ἄνδρες Ἕλληνες!».
Προκρινόταν η 25η Μαρτίου, ειδάλλως η 23η Απριλίου ή η 21η Μαΐου. Υπήρχαν όμως αμέτρητες δυσκολίες αναφορικά με το εγχείρημα. Οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν ιδέα για την επερχόμενη Επανάσταση, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν άγνωστη και εξέλειπαν οι αναγκαίες προμήθειες για έναν πόλεμο.
Ιστορική χειραψία
Η προετοιμασία του ονειροπόλου, ευσυγκίνητου και ενθουσιώδη Υψηλάντη είχε ξεκινήσει έναν χρόνο νωρίτερα. Αρχές του 1820 τον βρίσκει ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας χρεοκοπημένος έμπορος λαδιού που διακατεχόταν όμως από έντονα πατριωτικά συναισθήματα και του προτείνει να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας. Εκείνος δέχεται χωρίς δισταγμό. Οι δύο άνδρες δίνουν τα χέρια μέσα σε φορτισμένο κλίμα. Η χειραψία αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στη νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους που αποφάσιζε πλέον να κινηθεί δραστικά. Ήταν 11 Απριλίου του 1820.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο Υψηλάντης δίνει τον καθιερωμένο όρκο πίστης κατά το τυπικό της μυστικής οργάνωσης και χρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής, με το ψευδώνυμο «Καλός». Παραιτείται από αξιωματικός του ρωσικού στρατού και τους προσεχείς μήνες αφιερώνεται στην προετοιμασία της Επανάστασης. Ταξιδεύει σε όλη τη νότια Ρωσία και την Μολδοβλαχία, πραγματοποιώντας επαφές και συλλέγοντας χρήματα, ενώ στέλνει συνεχώς γράμματα σε οπλαρχηγούς και προύχοντες της Πελοποννήσου. Όπως θα αναφέρει αργότερα και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης «εις τα είκοσι με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας».
Κρίσιμες συναντήσεις
Την ίδια ώρα άλλα σημαίνοντα μέλη της Φιλικής Εταιρείας προβαίνουν σε καταλυτικές κινήσεις εντός του ελλαδικού χώρου. Τέλη Ιανουαρίου του 1821 οργανώνουν δύο κρίσιμες συναντήσεις. Μια με τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης που συγκεντρώνονται στην αγγλοκρατούμενη Λευκάδα και θέτουν επί τάπητος σχέδια μάχης και μια με τους κοτζαμπάσηδες (άρχοντες δηλαδή που είχαν τεθεί επικεφαλής των τοπικών ελληνικών χριστιανικών κοινοτήτων) στην Βοστίτσα, στο σημερινό Αίγιο, όπου κουβεντιάζεται ο χρόνος έναρξης της Επανάστασης.
Εάν οι συνθήκες το επέτρεπαν και εάν η Ρωσία ήταν ευνοϊκώς διακείμενη, προκρινόταν η 25η Μαρτίου, ειδάλλως η 23η Απριλίου ή η 21η Μαΐου. Υπήρχαν όμως αμέτρητες δυσκολίες αναφορικά με το εγχείρημα. Οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν ιδέα για την επερχόμενη Επανάσταση, η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν άγνωστη και εξέλειπαν οι αναγκαίες προμήθειες για έναν πόλεμο. Οριστικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται τελικά, αν και άπαντες θεωρούν ότι ο Αγώνας πρέπει να ξεκινήσει από την Πελοπόννησο.
Ευνοϊκές συγκυρίες
Ο Υψηλάντης κρίνει ότι χάνεται πολύτιμος χρόνος καθώς οι περιστάσεις στην παρούσα φάση είναι ευνοϊκές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει αυτό τον καιρό μια σειρά από αντιδραστικές κινήσεις πασάδων στο Τούνεσι και την Μπαρμπαριά (Τυνησία και Αλγερία), αλλά ακόμη δυσμενέστερη για την Υψηλή Πύλη (έδρα του σουλτάνου), είναι η ανταρσία του ίδιου του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, που έκανε ακόμη και τους Σουλιώτες να συμμαχήσουν με τον πρώην διώκτη τους, ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού την αυτοκρατορία. Εξαιτίας αυτής της ανταρσίας, σημαντικός αριθμός τουρκικών δυνάμεων είχε δεσμευτεί αναγκαστικά στην περιοχή της Ηπείρου.
Ο εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας ξεκινά την Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως επικεφαλής των έφιππων επαναστατικών δυνάμεων, περνά με πλεούμενο τον ποταμό Προύθο και από το ρωσικό έδαφος μεταβαίνει σε αυτό της Μολδαβίας που κατείχαν οι Οθωμανοί.
Την ίδια ώρα υπήρχε η βεβαιότητα ότι πολύ σύντομα θα ξέσπαγαν ταραχές στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, εξαιτίας των μυστικών ενεργειών στις οποίες είχε προβεί ο Ξάνθος, φροντίζοντας να μυήσει οπλαρχηγούς που ζούσαν εκεί, όπως ο Γιωργάκης Νικολάου από τον Όλυμπο, ο Σάββας Καμινάρης από την Πάτμο και ο Γιάννης Φαρμάκης από το Μπλάτσι της Κοζάνης. Συν τοις άλλοις, υπήρχαν υπόνοιες πως Άγγλοι κατάσκοποι, είχαν αρχίσει να τροφοδοτούν με πληροφορίες τους Οθωμανούς για τις επικείμενες επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων.
Πανβαλκανική εξέγερση
Θα πρέπει δε να τονιστεί ότι ένα σημαντικό τμήμα των Φιλικών στόχευε σε μια πανβαλκανική εξέγερση των λαών της χερσονήσου κατά των τουρκικών αρχών, βάσει της ιδέας που είχε αναπτύξει ο διαφωτιστής και πολιτικός στοχαστής Ρήγας Φεραίος. Με το σχέδιο συμφωνούσαν επίσης ο Ρουμάνος ηγέτης Τούντορ Βλαντιμιρέσκου που είχε δημιουργήσει μια μορφή πολιτοφυλακής χωρικών, ηγέτες των Σέρβων και Βούλγαρων εθνικιστών, καθώς επίσης και Αρβανίτες που είχαν υπογράψει και σχετικό συμφωνητικό, το οποίο όμως πολύ σύντομα αθετήθηκε. Όσον αφορά τις ρωσικές συνοριακές φρουρές, έδειχναν να τηρούν ευμενή ουδετερότητα.
Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έχει καταφέρει να συγκεντρώσει έναν στρατό 7.000 ανδρών, εκ των οποίων οι περίπου 4.600 είναι ελληνικής καταγωγής και οι υπόλοιποι προέρχονται από τους όμορους λαούς των πολύπαθων Βαλκανίων. Είναι έτοιμος να κηρύξει την Ελληνική Επανάσταση. Το πράττει τελικά από την Μολδοβλαχία, ως μια στρατηγική κίνηση αντιπερισπασμού. Όπως θα εξηγήσει αργότερα ο Ξάνθος, «το κάναμε για να τραβήξουμε όλη την προσοχή των δυνάμεων του εχθρού στις παραδουνάβιες περιοχές, ούτως ώστε στο ελληνικό έδαφος να παραμείνουν μόνο μικρές εχθρικές δυνάμεις».
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι υπήρχαν κι άλλοι λόγοι αλλαγής του αρχικού σχεδίου που προέβλεπε η εξέγερση να ξεκινήσει από την Πελοπόννησο, ο κυριότερος εκ των οποίων ήταν η δυσκολία να μεταφερθούν τα πλοία από την Μαύρη Θάλασσα στην Ελλάδα μέσω του Βοσπόρου, δηλαδή δίπλα ακριβώς από το ανάκτορο του σουλτάνου. Παρασύροντας όμως τις τουρκικές δυνάμεις στον Δούναβη, προσέφερε μεγάλη βοήθεια στους συμπατριώτες του.
Διέρχεται τον Προύθο ποταμό
Ο εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας ξεκινά την Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως επικεφαλής των έφιππων επαναστατικών δυνάμεων, περνά με πλεούμενο τον ποταμό Προύθο και από το ρωσικό έδαφος μεταβαίνει σε αυτό της Μολδαβίας που κατείχαν οι Οθωμανοί. Μαζί του βρίσκονται οι αδελφοί του Γεώργιος και Νικόλαος, ενώ ο τρίτος του αδελφός, ο Δημήτριος, κατευθύνεται στην Πελοπόννησο. Στις 26 Φεβρουαρίου ο μητροπολίτης Βενιαμίν τελεί δοξολογία και ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης που έφερε ως έμβλημα το Σταυρό, την εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και την επιγραφή «Εν τούτω Νίκα» στη μια πλευρά, ενώ από την άλλη τον μυθικό φοίνικα με τη φράση «Εκ της τέφρας μου αναγεννώμαι». Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος και πολύ σύντομα θα μεταφερόταν και στην υπόδουλη Ελλάδα.