Youmag.gr
Διήγημα: Θεάνθρωπος – Μονολογία Διήγημα: Θεάνθρωπος – Μονολογία
του Άρη Μανουρά * “Και τώρα επιζητάς τη λύτρωση κακομοιριασμένε μου αδερφέ. Όμως τα κλαδιά έχουν πέσει· ριχτάρια μέσ’ στης μνήμης το ανάσεμα. Κι... Διήγημα: Θεάνθρωπος – Μονολογία

του Άρη Μανουρά *

“Και τώρα επιζητάς τη λύτρωση κακομοιριασμένε μου αδερφέ. Όμως τα κλαδιά έχουν πέσει· ριχτάρια μέσ’ στης μνήμης το ανάσεμα. Κι όταν στον πόνο της μέθης ανέμισες τις τροφαντές και πελάγιες ελπίδες σου, μπας και συρρικνώσεις για λίγο το χάος μέσ’ στης σελήνης τη χούφτα τα ματογυάλια σου σε πρόδωσαν και δεν υπάκουσαν.

Φτερά τότε βγαλαν οι ανάσες και ξόμπλια οι ματωμένες σου σιγές, κι ο άνεμος σιγοψιθύριζε. Γαϊτάνι έπλεξ’ ένα σμήνος από σπουργίτια και σ’ αγκάλιασε τότε, μονάκριβέ μου· μη χαθείς.

Κομμένα τα δικά σου τα φτερά, μα είπ’ ο Θεός: “Ας τονε βοηθήσουμε μα είν’ ο πιο αδύναμος. Κι ας είναι, σκιας, ένας κόκκος, κι ο τελευταίος των τελευταίων στη δύναμη, είναι κρίμα τόσο μικρό που δεν αξίζει να γενεί· κι όσοι στη θυσία τους επέσανε – μα κι όσοι επιβιώσανε – για κιονέ το μικράκι, άγγελοι θε να γενούν στο πλάι μου και θα έχουν την Χάρη μου». Κι ήτονε απίστευτο πόσοι, μα πόσοι, εμαζευτίκενε να βοηθήσουνε το πληγωμένο σπουργιτάκι να μάθει να πορπατά και να γενεί ‘κιονέ απού ‘μελε να γίνει: Άνθρωπος.”

Με κάθε νέα σύνδεση ρεύματος ή φυσικού αερίου κερδίζετε 50€ δωροκάρτα Shell

Ο Θεάνθρωπος έκλεισε το τεφτέρι του, συμμάζεψε το μελάνι και την πένα του και χαμογελαστά ξεπνόησε:

– Δεν ξέρω τι ακόμα να γράψω. Θαρρώ πως ο Χρόνος αυτό θα έγραφε στις τελευταίες του αράδες στο βιβλίο μου· και δεν έχει κι άδικο (ή μήπως έχει;). Χάρη στη χάρη του πέρασε μέσα στα μάτια μου και μεσ’ απ’ τα μάτια μου ο Κόσμος: το Κόσμος. Και τί δε μου ‘δωσε: πληγές για να επιζητώ το βάλσαμο και βάλσαμο να δένω και να μπαλώνω τα ματωμένα γόνατά της ψυχής μου. Παιδί ήμουνα και ήθελα να παίξω· κι ακόμα θέλω να παίξω. Μου το ψιθύρισε σαν ήμουνα μικράκι.

“Παίξε”, μου λέει, “όσο βαστούν τα μάτια σου και ‘σάμε να γίνεις άντρας: και τότε να παίζεις· μην το ξεχάσεις καημέ μου. Μην τηνε παίρνεις στα σοβαρά τη θεια σου τη Ζωή γιατί εγέρασε κι εξεκούτιανε.

Και μέσα απ’ τα δυό σου μάτια θε να ξανανιώσει και ν’ αποκτήσει νόημα όλο αυτό που γίνεται. Γράφε: πιάσε τα μολυβάκια σου και ζωγράφισε τον ήλιο όπως τον ένιωσες το πρώτο σου ξημέρωμα, και να μην τονε ξεχάσεις. Βάλε τόνε στην καρδιά σου και στη σκέψη σου και μην αλληθωρίσεις ούτε στιγμή σάμπως να ξεκουραστείς. Κι αμ’ αποκάμεις, σφάλισε τα μάτια σου.

Τέντωνε τ’ αυτιά σου κι άκου το χρώμα, δες τον ήχο· πλάσε στη χούφτα σου ένα μπαλόνι με μύρια χρώματα. Ένα πουλί επέταξε όντε εγεννιόσουνα και ήτονε αετός κι εκουβάλαε ότι σου μηνώ εδώ τώρα. Σ’ ευχαριστώ.”

Με κάθε burger, δώρο αναψυκτικό 330ml!

Ένας αετός εκούρνιασε τότε δίπλα του και του ψιθύριζε σα να μονολογούσε:

“Πόσες φορές ανοιγοκλείσαμε τα μάτια μας και χάσαμε απ’ το είναι μας ακόμα μια στιγμή… Κρύβεις, πατέρα των βουνών και των ανέμων, τη θλίψη σου στα κάτασπρά σου γένια. Απόκαμες κι εσύ, Θεέ μου, ν’ αγοράζεις δάκρυα· ολη η ζωή σου ένα καΐκι να πλέει πάνω σε τούτα. Αλλά το δάκρυ δεν τ’ άφησαν να νικήσει ποτέ. Παίρνεις πίσω τις ευχές σου τώρα: μα οι ευχές σου ομορφύνανε τον κόσμ

ο. Κοίτα τους: έχουνε στρώσει ένα καρό τραπεζομάντιλο κάτω από ‘να δέντρο και γελάνε, με τα μάτια τους να λάμπουν σαν και σένα, ανάμεσα στα τιτιβίσματα και στα βιμπράτο καναρινιών που σκίζουν σαν μεταξωτές λόχμες και ξίφη το κυανοστεφάνωτο αγέρι· ένα υπέροχο δημιούργημά σου. Δίπλα τους κάτι γατάκια: οικόσιτες λευκές ψυχές στο ναό μαύρων ανθρώπων. Τράβηξε λίγο το γκρίζο βλέμμα σου επάνω τους: που και που ρίχνουν μια ματιά ως εδώ για να δουν αν χαμογελάς με τ’ αστεία τους. Γιατί τους δοκιμάζεις;

Είναι, όσοι σε πίστεψαν κι όσοι σ’ αρνήθηκαν όταν στου φοίνικα τον τελευταίο ρόγχο κάρβουνο και χολή σφραγίσαν τα μάτια τους, διαμάντια χαραγμένα στον ιδρώτα και στην ελπίδα, σκελετοί και όχι μαριονέτες που έπλασες, τους εμφύσησες ζωή και τώρα παλεύουν σ’ αυτόν τον κήπο που βρόμισε από αταξία σ’ αυτό το παιδικό δωμάτιο που ξέχασες να σκουπίσεις κι έχει γεμίσει ανταριασμένη σκόνη και τέφρα του χάους. Και είν’ οσμές απ’ της Παρθένου τον Κρίνο που όμορφα παιχνιδίσαν στον αγέρα και στα κύματά του γεννήσαν τα χαμόγελά τους.

Και σταμάτησε τότε ο Θεάνθρωπος σε μια γωνιά κι έκλαψε για τον άνθρωπο. “Έπεσα πάλι κι αγάπησα τ’ αγκάθια μου…”, μονολόγησε.

“Άσε τα χείλη τους”, γύρισε και τ’ αποκρίθηκε τότε ο αητός “κι ανάπνευσε την ίριδα στα μάτια τους· άφησε κάτω το σταυρό σου και περπάτα. Κι αφού κατέβηκες λίγο στη γη κι αγάπησες τους ανθρώπους διώξε τη στάχτη από τα μάτια αυτού του κόσμου.

Τ’ αστείο παρατράβηξε: κι όποιος δεν θέλει να σωθεί ας μην σωθεί. Βροχή είναι όλοι τους· μια δέσμη από ακτίνες, που στο σκοτάδι του άπειρου χρόνου έλαμψαν λίγο για να φωτίσουν το μαύρο πρόσωπό του, την αιώνια νύκτα, και χάθηκαν πάλι σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να μην άξιζε που ζήσανε· τυχαίες, μα τόσο όμορφες, πινελιές· μετρημένες ανάσες σ’ έναν άμετρο καμβά που θα μπορούσε να τους χωρέσει όλους.

Κόκκοι της άμμου και στάλες του νερού κάτω απ’ τη δαμόκλεια σπάθη και μέσα στη στενή κλεψύδρα· μοναχικές στιγμές·  στριμωγμένες κολυμβήτριες που εμφανίζονται για όσο τις χωρά το μαγιό τους κι έπειτα βυθίζονται μια για πάντα στο μελανοδοχείο απ’ όπου ο πατέρας Χρόνος τραβάει τη μελάνη του και γράφει γελώντας την ιστορία μας: κάπου εκεί ψηλά, στο σκοτάδι του νυκτερινού ουρανού, είν’ ένα τριαντάφυλλο που στάζει αίμα να ποτίζει τους αθώους κι όσους αρνούνται να σκορπίσουν τη στάχτη του φοίνικα· το προσκυνώ κάθε μέρα. Φοβάμαι τη νύχτα που θα κλάψεις Θεέ μου και οι στάλες σου θα σβήσουν τ’ αστέρια”.