Youmag.gr
Διήγημα: Η υπόσχεση Διήγημα: Η υπόσχεση
του Στέλιου Βισκαδουράκη * Online Φαρμακείο – Super προσφορές σε προϊόντα αδυνατίσματος,καλλυντικά,βιταμίνες & βρεφικά είδη Ο Αρμόδιος Σκαρίμπας από τη Χαλκίδα, κοιτούσε το γράμμα... Διήγημα: Η υπόσχεση

του Στέλιου Βισκαδουράκη *

ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ

1956  Δεκέμβριος

«Παιδή μου δεν ξέρο πως να στο ήπω,

γράματα δεν  ξέβρο

Η γυνέκα σου η Μύρτο ξαφνικά  εχάθη

Πουθενά δεν βρέθη, μέρες ψάχνω, όλοι,

και χοροφύλακες μαζή

Ο Θεός ας βοηθήση. Έπρεπε μάθης. Σχώρα με.  
                            
Η  μάνα σου

Online Φαρμακείο – Super προσφορές σε προϊόντα αδυνατίσματος,καλλυντικά,βιταμίνες & βρεφικά είδη

Ο Αρμόδιος Σκαρίμπας από τη Χαλκίδα, κοιτούσε το γράμμα που είχε λάβει πριν λίγο από τη μάνα του. Αν δεν ήταν λεπρός και δυο χρόνια πάνω στη Σπιναλόγκα, κι αν όλοι δεν χαμήλωναν τα μάτια μπρος την αρρώστια του, θα πίστευε πως τούτο το γράμμα ήταν ένα άσκημο αστείο. Κράτησε την ψυχή του με τα χέρια του να μην πέσει απ’ τα βράχια. Άφησε το γράμμα να πέσει κάτω και κρατήθηκε απ’ την πέτρα που καθόταν, εκεί, στην ακροθαλασσιά, λες και γινόταν σεισμός. Ο νους του σταμάτησε. Το βλέμμα του καρφώθηκε απέναντι, στα λίγα σπίτια της Πλάκας.

Για μια στιγμή του φάνηκαν σαν χοντρά καρφιά σε απόκρημνο βράχο. Πιάστηκε η καρδιά του πάνω τους να μην τσακιστεί στο κενό. Δεν σκεφτόταν. Περίμενε. Περίμενε να συνέλθει. Τα μάτια του πιάσανε μια κίνηση ανάμεσα στα σπιτάκια της Πλάκας. Ένα παιδί ήταν πάνω σ’ ένα σάπιο, στο δρόμο, καΐκι κι έκανε τον πειρατή, πολεμώντας αόρατους εχθρούς και κουνώντας στον αέρα ένα άσπρο πανί καρφωμένο σε ξύλο ελιάς. Ο Αρμόδιος πήρε δυο αναπνοές και σήκωσε το γράμμα από το έδαφος.

Το ξαναδιάβασε. Η Μυρτώ η γυναίκα του ξαφνικά «εχάθη».

Είχε ακούσει πως υπάρχουν ώρες που ο άνθρωπος είναι μόνος στο σύμπαν και τριγυρνά μες τ’ άστρα σαν τρελός και κυνηγά το άπιαστο, μα δεν το γνωρίζει συνειδητά. Είναι ένα μυστικό που κρύβει κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό του για να μην τρελαθεί απ’ τη μοναξιά του. Τούτο το μυστικό της τρέλας και της μοναξιάς, σου φανερώνεται από μόνο του όταν σ’ έχει τυλίξει μια αρρώστια σαν τη λέπρα. Τόσο καιρό τυλιγμένος από δαύτη ποτέ δεν τόχε νοιώσει, ποτέ δεν είχε λυγίσει. Δεν το άφηνε η Μυρτώ, η γυναίκα του, με την ψυχή και τα γράμματα της. Ήταν μακριά, μα ήταν εκεί δίπλα του, κάθε μέρα, μαζί του. Κάθε δυο μέρες αυτά τα δυο χρόνια, του έστελνε γράμμα. Όλα του τα ‘λεγε η Μυρτώ. Στη Σπιναλόγκα ήταν αυτός, μα σα να ζούσε στη Χαλκίδα.

             «Πήγα σήμερα στο Μανόλη το μπακάλη.» τού ’γραφε

             «Τα ίδια προβλήματα με το μαγαζί έχει.

              Μπάζει η στέγη νερά κι όλο λαμαρίνες

              και τσιμέντα τρέχει και βάζει.

             Το μπακάλικο το ‘χει γεμίσει 

              με λεκάνες και κανάτες.

              Σου στέλνει χαιρετίσματα πολλά.

              Α! Δεν στα είπα. Προχθές στην αγορά,

              η ξαδέρφη η Μαρία μου έδειξε το συνονόματο σου

              το συγγραφέα, τον Σκαρίμπα,

              που παίζει  τα καλοκαίρια Καραγκιόζη στα παιδιά.

              Μια σταλιά άνθρωπος.

             Απόμακρος φαίνεται,  μα τόσο ευαίσθητος!»

Έτσι ζούσε μέσα απ’ το στόμα, το γράμμα και το χέρι της Μυρτώς, ο Αρμόδιος. Ήξερε τι κάνουν οι άνθρωποι στο τόπο του, ανά πάσα στιγμή, στους δρόμους, τις πλατείες, στις γιορτές, στις λύπες, στις χαρές τους. Έτρεχε μαζί τους παντού μέσα απ’ τα λόγια της Μυρτώς.

Aegean Airlines – Ο μεγαλύτερος ελληνικός αερομεταφορέας σας ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο με μοναδικές προσφορές!

Όλα τούτα μέσα σε δυο λέξεις της μάνας του άλλαξαν, άδειασε ο κόσμος. Δεν τον ένοιαζε αν θα ήταν μόνος του, χωρίς γράμματα πια. Η Μυρτώ τον ένοιαζε. Που είναι; Που βρίσκεται; Τι κάνει; Είναι καλά; Ποτέ δεν θα τον εγκατέλειπε. Ποτέ δεν θα έφευγε μ’ αυτό τον τρόπο και σ’ αυτές τις συνθήκες. Κάτι συνέβη, κάτι έγινε. Ξαφνικά του πέρασε μια ιδέα. Μήπως βρέθηκε κάποιος άλλος στη ζωή της; Αδύνατο. Θα ήταν το τελευταίο που θα μπορούσε να συμβεί. Στένεψε η Σπιναλόγκα ξαφνικά. Μικρή πέτρα μες τη θάλασσα έγινε, κι αυτός σα μικρό παιδί, με τα δυο πόδια πάνω της. Ήθελε να φύγει, να ψάξει.

Πρώτη φορά ένοιωθε φυλακισμένος.

Μια δρασκελιά του φαινόταν απέναντι η Κρήτη. Ένα σάλτο απ’ το νησί πάνω στη βάρκα που ήταν καταμεσής της θάλασσας κι άλλο ένα για την Ελούντα. Σταμάτησε ο νους του. Σηκώθηκε να κάμει τη δρασκελιά. Ένοιωσε το έκζεμα στο πόδι του να τον τραβά. Τού έλειπαν στο πόδι τα δάκτυλα. Τα ‘χε κτυπήσει η αρρώστια. Δεν θα τα κατάφερνε. Έκλαψε. Έκλαψε πολύ. Πιο μόνος δεν είχε νοιώσει ποτέ. Γύρισε προς τον ουρανό θυμωμένος. Δεν φώναξε. Μίλησε με πόνο που δεν είχε ξανανοιώσει. «Δεν υπάρχεις» είπε « Τι σου ‘χω κάνει; Τι σου έκανα κι ακόμα με κτυπάς;»

Κουτσαίνοντας όπως πάντα γύρισε στο σπιτάκι του. Δεν βγήκε για τρεις μέρες. Ψήθηκε στον πυρετό. Ήρθε ο γιατρός, τού ‘δωσε φάρμακα.

«Όλα εντάξει Αρμόδιε.» Είπε ο γιατρός. «Έπεσε ο πυρετός. Μια μέρα ακόμα και θα συνέλθεις. Αν έχεις κανένα ρούχο για πλύσιμο, να το δώσεις στους βοηθούς. Αύριο έρχονται οι καινούργιες γυναίκες που θα πλένουν τα ρούχα.» Ο Αρμόδιος τον ευχαρίστησε μ’ ένα νεύμα. Την υπόλοιπη νύχτα την πέρασε κοιτώντας το μικρό καντήλι. Τούτη η σταγόνα φωτιάς πού ‘βγαινε μέσα απ’ το λάδι, τον ηρεμούσε. Τα ξημερώματα ξεχάστηκε, τον πήρε ο ύπνος.

Την άλλη μέρα το πρωί, μάζεψε δυο ρούχα και δυο σεντόνια πού ‘χε. Τα τύλιξε, τα πήρε παραμάσχαλα και τράβηξε κατά το πλυσταριό. Δεν σκεφτόταν, δεν ήθελε να σκεφτεί. Κοιτούσε το δρόμο και το μπαστούνι του που κτυπούσε κάτω στο χώμα και στις πέτρες και τον στήριζε. Του ήρθαν τούτες οι μέρες στο νου. Δυο βδομάδες πριν τα Χριστούγεννα ήταν.

Καμιά σημασία δεν είχε πια.

Περπατούσε σκυφτός. Είχε αποφασίσει να μην ξαναπάει στην εκκλησία του νησιού, τον Άγιο Παντελεήμονα. Ο νους τον πήγε πίσω στα Χριστούγεννα του ’48, πριν τον κτυπήσει η αρρώστια. Τότε γνώρισε τη Μυρτώ. Προσπαθούσε να σταματήσει το νου του να σκέφτεται, όπως περπατούσε, μα λες και το μυαλό του γύρευε μέσα σε τούτες τις άγριες μέρες και ώρες μια ωραία στιγμή για αντίβαρο, μια ωραία ανάμνηση. Θυμήθηκε όταν την είδε για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιάννη και της Τασούλας Τζερμιά στη Χαλκίδα. Πως τον κοίταξε! Μηχανικός στα καράβια εκείνος. Όμορφος νεαρός. Εκείνη έραβε ρούχα. Λυγερή, με μακριά μαλλιά και σκούρα μάτια. Αμέσως το κατάλαβαν και οι δυο. Αυτό ήταν, δέθηκαν.

Σ’ ένα χρόνο παντρεύτηκαν. Ο Αρμόδιος παράτησε τα καράβια, άνοιξε μαγαζί. Μετά πιάσαν τα συμπτώματα της λέπρας, η ντροπή, ο κατατρεγμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός, το φευγιό για τη Σπιναλόγκα. «Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ! Ποτέ! Στο υπόσχομαι στον ήλιο που μας κοιτά αυτή την ώρα. Μια μέρα θα ζήσουμε και πάλι μαζί.» Του ‘πε στο λιμάνι η Μυρτώ, κείνη τη φοβερή μέρα του αποχωρισμού.

Λαχάνιασε όπως ανέβαινε την ανηφόρα, σταμάτησε. «Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ»Του ‘ρθαν πάλι στο νου τα λόγια της Μυρτώς. Μια ελπίδα διαπέρασε την ψυχή του. «Δεν θα μ’ άφηνε ποτέ» σκέφτηκε «μα κι αν είναι έτσι, που είναι; Κάτι θα της συνέβηκε» Θόλωσε πάλι. Κλείδωσε απότομα τη σκέψη του να μην τον τρελάνει κι άνοιξε την πόρτα του πλυσταριού.

Ατμός βγήκε απ’ την πόρτα κι απ’ τα ζεστά νερά των καζανιών. Φώναξε την κυρά-Μυρσίνη, απ’ τις παλιές γυναίκες, που την ήξερε, μα απάντηση δεν πήρε. Θυμήθηκε τα λόγια του γιατρού ότι θα ερχόταν καινούργιες. Δεν τον ήξεραν. «Κυράδες» είπε «που μπορώ να αφήσω τούτα τα ρούχα για πλύσιμο.» Μια γυναίκα φάνηκε να τον πλησιάζει μέσα από τους ατμούς. Όπως έμπαινε το φως από το παράθυρο, οι ακτίνες του ήλιου κτυπούσαν πάνω στα νερά και στα ζεστά σύννεφα ατμού και αντανακλούσαν στους τοίχους, στην οροφή και πάνω στις γυναίκες. Ο χώρος φαινόταν γλυκός, ζεστός και κατανυκτικός σαν εκκλησία ή σαν τον παράδεισο. Για μια στιγμή ο Αρμόδιος πέρασε τη γυναίκα για άγγελο που ερχόταν καταπάνω του. Δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο της γιατί το μοναδικό φωτεινό παράθυρο ήταν ακριβώς πίσω της κι έκανε μεγάλη σκιά στο σώμα της. Λες κι έβγαινε και γεννιόταν μέσα απ’ το φως.

-«Αρμόδιε!» τού ‘πε η γυναίκα με γλυκό τρόπο.

-«Κυρά-Μυρσίνη, σε γύρεψα, δεν απάντησες» της είπε εκείνος.

-«Δεν είμαι η Μυρσίνη Αρμόδιε. Ήρθα…» Ανταπάντησε η γυναίκα. Ο Αρμόδιος έκανε λίγο πίσω, μα τραβήχτηκε πάλι μπροστά γιατί του φάνηκε γνωστή η φωνή, παραπάνω απ’ ότι θα έπρεπε. Κοίταξε τη γυναίκα μέσα στους ατμούς. Κάπου την ήξερε μα δεν ήταν σίγουρος. Έβαλε τα χαρακτηριστικά της, το ένα πάνω στο άλλο, μες το ημίφως, τα συνέθεσε στο νου του, να θυμηθεί ποια είναι, σε τούτο δω το μέρος. Μια στιγμή σταμάτησε ο νους να σκέφτεται. Φοβήθηκε μήπως δεν είναι στα καλά του. Κράτησε λίγο σιγή.

«ΜΥΡΤΩ!!!» φώναξε δυνατά και νόμισε πως τρελάθηκε. «Σάλεψα!» είπε αμέσως σιγά, «Με συγχωρείς κυρά μου» της είπε και τραβήχτηκε προς τα πίσω. Η γυναίκα τον πλησίασε του έπιασε το χέρι και του το φίλησε.

«Δεν σάλεψες Αρμόδιε, η Μυρτώ είμαι. Ήρθα, σου υποσχέθηκα ότι δεν θα σε άφηνα ποτέ!» Είπε η γυναίκα.

Ο Αρμόδιος την κοίταξε και τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν «Δεν μπορεί!» ξανάπε και την αγκάλιασε. Ακόμα δεν το πίστευε. «Κι αν τρελάθηκα, ας απολαύσω για λίγο τούτη την τρέλα» σκέφτηκε. Άφησε τα ρούχα να πέσουν κάτω στο έδαφος, πήρε τη γυναίκα κι έτρεξαν έξω. Την ξανακοίταξε για να βεβαιωθεί. Ήταν η Μυρτώ. Μπροστά του, ολοζώντανη. «Μα πως !!!» τη ρώτησε, φωνάζοντας κι η φωνή του ακούστηκε σ’ όλη τη Σπιναλόγκα. Η Μυρτώ του γελούσε κλαίγοντας.

«Ένα πρωί, έραβα και άκουγα ραδιόφωνο» του είπε «Άκουσα να λένε ότι το κράτος ζητάει γυναίκες με πληρωμή για να πλένουν τα ρούχα των λεπρών στη Σπιναλόγκα. Είχα κάτι οικονομίες. Δεν σου ‘γραψα γιατί δεν θα μ’ άφηνες. Ούτε στους δικούς μου, ούτε στη μάνα σου είπα τίποτα, για τον ίδιο λόγο. Πήρα το τρένο απ’ τη Χαλκίδα και το πλοίο απ’ τον Πειραιά για το Ηράκλειο κι ήρθα σήμερα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς εσένα Αρμόδιε, δυο χρόνια τώρα, πικρό ψωμί, κάθε μέρα τρώγω. Χίλιες φορές στη Σπιναλόγκα μαζί σου παρά στη Χαλκίδα μόνη μου.»

-«Εδώ ‘ναι δύσκολη ζωή» της είπε ο Αρμόδιος «άλλος κόσμος, άρρωστοι άνθρωποι που πεθαίνουν κάθε μέρα, φυλακισμένοι σε τούτο το βράχο που τον τρώει ο ήλιος το καλοκαίρι κι η βροχή το χειμώνα. Πάνω απ’ όλα όμως μπορεί να αρρωστήσεις κι εσύ κι η αρρώστια είναι φοβερή, τρώει το σώμα, σκοτώνει την ψυχή και τα νοιώθεις όλα. Κοίτα με! Δεν ήμουν έτσι όταν με άφησες.»

-«Δεν φεύγω Αρμόδιε, μόνο μαζί σου ζω. Ας κολλήσω. Στο υποσχέθηκα κάποτε. Ζωή χωρίς εσένα, δεν είναι ζωή. Ας κολλήσω να πεθάνουμε μαζί. Είτε το θες είτε όχι, εγώ θα μείνω.» Είπε η Μυρτώ.

Ο Αρμόδιος την αγκάλιασε και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Δεν θα την άφηνε ποτέ πια. Καμιά λέπρα δεν θα μπορούσε τώρα να τους χωρίσει. Γύρισε προς τον ουρανό και τον κοίταξε. «Σχώρα με» είπε «Υπάρχεις και υπάρχεις παντού. Κι αν ποτέ είπα το αντίθετο, μες τον αβάσταχτο πόνο το είπα. Σχώρα με.»

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1956. Τα τελευταία Χριστούγεννα που η Σπιναλόγκα θα λειτουργούσε σα νοσοκομείο και σπίτι για τους λεπρούς της εποχής. Τα 1957 η λέπρα είχε νικηθεί. Την ίδια χρονιά με νόμο του κράτους η Σπιναλόγκα έκλεισε. Ο Αρμόδιος και η Μυρτώ Σκαρίμπα επέστρεψαν στη Χαλκίδα, στο σπίτι τους, μια για πάντα.

Πρώτη δημοσίευση: Απρίλιος 2005

Βράβευση: Β΄ Παγκρήτιο Βραβείο Άγιος Νικόλαος Κρήτης (Σεπτέμβριος 2005)

Ο Στέλιος Βισκαδουράκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης Είναι φυσιοθεραπευτής. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Στη Ρωγμή του Χρόνου» και ασχολείται με τη ζωγραφική τη γλυπτική και τη φωτογραφία. Έχει κερδίσει τέσσερα Παγκρήτια Λογοτεχνικά Βραβεία, δύο ζωγραφικής και φωτογραφίας και μια παγκόσμια διάκριση για το διήγημα του «Ο Βράχος» που αφορά στα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Έχει πραγματοποιήσει μία έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής και δύο φωτογραφίας κι έχει λάβει μέρος σε συνολικά οκτώ εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφίας Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά.