Youmag.gr
του Κωνσταντίνου Κατσούλη – Δημητρίου *. Το φεγγάρι έσταζε στις ξερολιθιές. Οι σταγόνες έλαμπαν σαν χλωμά μαργαριτάρια. Γλιστρούσαν αργά στις πέτρες κι ενώνονταν με...

του Κωνσταντίνου Κατσούλη – Δημητρίου *. Το φεγγάρι έσταζε στις ξερολιθιές. Οι σταγόνες έλαμπαν σαν χλωμά μαργαριτάρια. Γλιστρούσαν αργά στις πέτρες κι ενώνονταν με ανεπαίσθητους σπινθηρισμούς, σαν τρεμοπαίγματα άστρου σε ολόφωτη νύχτα.

Κυλούσαν στα βράχια κι όλο μεγάλωναν, όλο κατέβαιναν μαζεύοντας λάμψη. Έπεφταν στη λιμνούλα από σεληνόφως κι η επιφάνειά της άστραφτε εκτυφλωτικά. Το τοπίο λουζόταν σε διαμαντένιους ιριδισμούς. 

Όμως ήταν σιωπηλό το ταξίδι των σταγόνων κι η ανάσα του ανέμου ένας ψίθυρος.

Σαν σκιά έμοιαζε η μορφή της γυναίκας, ανάμεσα στις πέτρες. Γιατί ήταν λες και το φεγγαρόφωτο, που τύλιγε τον κόσμο στη χλωμή του φωταύγεια, δεν μπορούσε να την αγγίξει. Καθόταν στην άκρη της λιμνούλας, με τις εβένινες μπούκλες της ριγμένες μπροστά. Ακουμπούσε στο ένα χέρι, γερμένη στο πλάι. Το αραχνοΰφαντο φουστάνι έπεφτε σκισμένο στα φιλντισένια της πόδια κι είχε τα μάτια δεμένα με χοντρό, μαύρο ύφασμα.

Ανάδευε με αργές κινήσεις, σα χάδια, το υγροποιημένο φως κι ένιωθε τις σταγόνες να γλιστρούν μαργαριταρένιες και ζεστές ανάμεσα στα δάχτυλά της. Όμως είχε στα χείλη το πάλλευκο χλόμιασμα της παγωνιάς. Κι εκεί που οι άκρες των μαλλιών της  άγγιζαν την επιφάνεια, το φως της πανσελήνου θόλωνε κι οι ιριδισμοί έσβηναν. 

Θέλεις να μειώσεις τον λογαριασμό του ρεύματός σου; Είναι απλό!

Ένα αστέρι, που κρυφοκοίταζε απ’ τη σκιά του φεγγαριού, τίναξε ένα πέπλο ασημόσκονης και κρύφτηκε σε μια αγριοφραουλιά. Έφερε μερικές στροφές γύρω απ’ τον εαυτό του, εκπέμποντας ένα παλμικό βουητό κι η γυναίκα έκλινε το κεφάλι ελαφρά, σα να άκουσε κάτι ενδιαφέρον. 

Γιατί μπορούσε να μιλήσει τη γλώσσα των αστεριών. 

«Καιρό τώρα σε κοιτάζω, απ’ τη σκιά του φεγγαριού, και είσαι τόσο παράξενη», είπε το αστέρι.  

Τα χείλη της κινήθηκαν ανεπαίσθητα. Μίλησε κι ήταν σα να απαντούσε ένα ψιθύρισμα του ανέμου, «Και τι είναι αυτό που σου τραβά τόσο πολύ την προσοχή;»

«Πολλά φαίνονται παράξενα αν τα κοιτάς απ’ τη σκιά του φεγγαριού», συνέχισε το αστέρι.

«Κι όταν τα κοιτάς πίσω απ’ τα αγκάθια μιας αγριοφραουλιάς;»

«Ίσως ακόμα πιο παράξενα».

Η γυναίκα γέλασε. Κι ήταν το γέλιο σαν παιχνίδισμα της αύρας στα πέταλα των νυχτολούλουδων, «Αφελές, μικρό μου αστέρι… Ότι κι αν δεις απ’ τη σκιά του φεγγαριού ή πίσω απ’ τα αγκάθια μιας αγριοφραουλιάς, ελάχιστα θα καταλάβεις. Κάνε όσες ερωτήσεις θέλεις. Γιατί είναι αργά και σιωπηλά και νιώθω τη νύχτα να σέρνεται στο κορμί μου… Εξάλλου περίμενες τόσο καιρό».

«Γιατί…», ρώτησε το αστέρι, «…κάθε βράδυ είσαι εδώ, γέρνεις στην άκρη των βράχων, μαζεύεις τα δάκρυα του φεγγαριού και τα ανακατεύεις με το χέρι σου;»

Με κάθε burger, δώρο αναψυκτικό 330ml!

Η γυναίκα σταμάτησε να αναδεύει και, για λίγο, έμεινε εντελώς ακίνητη, «Επειδή η λίμνη είναι φτιαγμένη από όνειρα, τόσο ζεστά στα δάχτυλα μου».

«Τότε γιατί έβγαλες τα στολίδια απ’ τα μαλλιά; Γιατί έδεσες τα μάτια με μαύρο μαντίλι και πίσω από βαθύ, μοβ σκοτάδι έκρυψες τον εαυτό σου;», επέμεινε το αστέρι.

Κούνησε το κεφάλι κι οι άκρες των μαλλιών της άφησαν μαύρες χαρακιές  στη μαργαριταρένια λίμνη, «Επειδή δεν είναι τα όνειρα δικά μου, και μπορώ μόνο να τα αναδεύω για να μη χάσουν τη λάμψη τους. Επειδή τα όνειρα πηγαίνουν στο φεγγάρι κι εγώ προσπαθώ να κλέψω λίγη από τη ζέστη τους. Γιατί, αν βγάλω το μαντίλι, δεν ξέρω τι θα αντικρύσω κι αν θα αντέξω τη θλίψη της έλειψης». 

«Όμως δες, μου το είπε το φεγγάρι: Αν κατηφορίσεις την πλαγιά, μετά την ερειπωμένη καλύβα, πέρα απ’ το γκρεμό, είναι μια μικρή πόλη. Μπορείς να λύσεις το μαντίλι από τα μάτια, να αγγίξεις με τα χέρια σου τα όνειρα, να τα πλάσεις, ν’ αλλάξεις το χρώμα και την υφή τους.

Μετά θα σηκώσεις την πέτρα, εκεί στην άκρη της λίμνης, κι ένα αστραφτερό ποτάμι θα καλύψει τις ξερολιθιές. Τα δάκρυα θα στάξουν στην άκρη του γκρεμού και θα αιωρηθούν πάνω απ’ τη μικρή πόλη. Θα πέσουν στα μάτια των αγοριών κι αυτά θα δουν ταξίδια και θάλασσες. Θα πέσουν στα μάτια των κοριτσιών κι αυτά θα δουν παλάτια και πρίγκιπες.

Θα πέσουν στα μάτια των μεγάλων κι αυτοί θα δουν ότι είναι πάλι παιδιά. Και τα μωρά θα ονειρεύονται κόσμους από βαμβάκι και χρώματα», είπε το αστέρι και πασπάλισε με ασημόσκονη την αγριοφραουλιά.

Η γυναίκα ανατρίχιασε κι ένα ασημένιο δάκρυ γλίστρησε κάτω από το μαντίλι της, «Αλλά, αν η λίμνη στερέψει, εγώ θα χαθώ σαν σκόνη στον άνεμο.

Γιατί γεννήθηκα απ’ το δάκρυ του φεγγαριού και μπορώ μόνο να κλέβω λίγη απ’ την άχλη των ονείρων για να ζεστάνω το παγωμένο μου κορμί. Μα δεν τολμώ να τα κοιτάξω. Γιατί θα αντικρύσω τη μοναξιά και τον πόνο, την απονιά και τη θλίψη, τα τρομερά μυστικά. Τόσο λίγα είναι πια τα όνειρα ευτυχίας».

«Και τόσο πολλά τα δάκρυα του φεγγαριού…», είπε η αγριοφραουλιά αγουροξυπνημένη και τίναξε από πάνω της ένα συννεφάκι ασημόσκονης. 

«Κι αν χαθώ, γλυκό μου αστέρι, ποιον θα έχεις να κοιτάς απ’ τη σκιά του φεγγαριού και να παραξενεύεσαι;» 

«Υπάρχουν τόσα να δεις από κει πάνω», σπινθήρισε το αστέρι και η επιφάνεια της λίμνης το μιμήθηκε, «Όμως, πριν κατεβώ, δεν ήξερα ότι νιώθεις τόση μοναξιά».

«Δεν είμαι μόνη. Μου κρατά συντροφιά ο ορειβάτης», απάντησε εκείνη και στα λευκά της χείλη ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο, «Μετά τη δύση, που ξυπνάω, τον περιμένω στη σιωπή.

Νιώθω τα βήματά του στις χορδές του αέρα. Κάθεται, είμαι σίγουρη, στις πέτρες λίγο πιο πέρα κι αγναντεύει την πόλη. Μερικές φορές αποκοιμιέται και τότε είναι λες κι ένα καρδιοχτύπι μας χωρίζει. Μα είναι οι χτύποι τόσο θλιβεροί κι ακούω στην πέτρα το τραγούδι των δακρύων και φοβάμαι».

Το αστέρι πέταξε ως τον άνδρα, που είχε ξαπλώσει σε ένα κοντινό πλάτωμα, και πασπάλισε τους ώμους του με χρυσόσκονη, για να τον ζεστάνει, «Τόσο καιρό σε βλέπω να προσμένεις, αλλά, ούτε μια φορά δεν παραμέρισες το πέπλο από βαθύ, μοβ σκοτάδι για να φανερωθείς μπροστά του. Ποτέ δεν προσπάθησες, όταν βογκούσε από εφιάλτες, ν’ αγγίξεις τον μέτωπό του για να προσφέρεις ανακούφιση. Απέχετε ένα καρδιοχτύπι μα μια σου ανάσα θα ‘θελε χρόνια για ν’ αγγίξει το πρόσωπό του… Εγώ, αυτό, το λέω μοναξιά».

«Χρυσό μου αστέρι», είπε η γυναίκα και καμπούριασε περισσότερο πάνω απ’ τη σπινθηροβόλα λίμνη, «Μην ξεχνάς ότι είμαι τυφλή. Ότι, πίσω από το πέπλο από βαθύ, μοβ σκοτάδι, μπορώ μόνο να νιώθω το τραγούδι της πέτρας. Κι είμαι τόσο μικρή, τόσο μόνη, τόσο φοβισμένη και δειλή… Υπάρχει πόνος και προστασία στη μοναξιά».

«Όμως είχες δίκιο», είπε το αστέρι και χόρεψε πάνω στα μαργαριτάρια, «Ο άντρας κλαίει συχνά. Μα δεν μπορώ να δω τη μέρα για να μάθω τον καημό του, ούτε έχει ευχηθεί ποτέ στ’ αστέρια…»

Το χέρι της γυναίκας έτρεμε. Οι φιλντισένιες σταγόνες γλίστρησαν πάνω του, ταξίδεψαν στην επιφάνεια της λίμνης κι έγιναν ένα μ’ αυτή.

 «Όταν πρόκειται για πόνο άκουσέ με…», είπε η αγριοφραουλιά και πύκνωσε τ’ αγκάθια της, «Ο άντρας μένει στη μικρή πόλη δίπλα απ’ το λόφο. Έχει ένα παλιό σπιτάκι στη βάση του γκρεμού. Εκεί ζει με τη γυναίκα και τον πεντάχρονο γιό του, που είναι βαριά άρρωστος και σύντομα θα τον χάσουν. Όμως είναι πολύ φτωχοί, δεν μπορούν να αγοράσουν φάρμακα για να απαλύνουν τον πόνο του.

Κι έτσι, τα βράδια, όταν τον ξυπνάνε τα βογκητά και νιώθει τους τοίχους να στενεύουν γύρω απ’ το λαιμό του, παίρνει το δυτικό μονοπάτι, ανεβαίνει εδώ κι αγναντεύει την πόλη. Και κοιμάται, γιατί είναι εξαντλημένος από τους κόπους της μέρας, και δακρύζει στον ύπνο του, γιατί έχει τη γεύση της απελπισίας στο στόμα. Κι όταν τον καλημερίζει η αυγή, τυλίγει το σάβανο της θλίψης γύρω απ’ το σώμα του και κατηφορίζει το λόφο». 

«Είναι τόσο θλιβερό…», είπε το αστέρι, «… αλλά, πώς τα ξέρεις όλα αυτά;»

«Γιατί, μερικές φορές, τα δάκρυα του φεγγαριού κρύβουν το αγκάθι του πόνου», απάντησε η αγριοφραουλιά κι έκρυψε στ’ αγκάθια της ένα μικρό μαργαριτάρι. 

Η γυναίκα σιώπησε. Ένα ασημένιο δάκρυ κύλησε κάτω απ’ το μαντίλι της. Μετά ίσιωσε την πλάτη, το έλυσε και τ’ άφησε να πέσει απαλά στις πέτρες. Κοίταξε τη λίμνη κι ήταν τα μάτια της σα θάλασσες από έβενο. Πήρε μια χούφτα φίλντισι και το πέταξε ψηλά. Γέμισε ο αέρας μαργαριτάρια. Έπεσαν στις πέτρες και τις έβαψαν με φως, έπεσαν στα μαλλιά της και τα στόλισαν με λάμψη. Και το αστέρι κεντούσε το φόρεμά της με ασημένια κλωστή.

«Μονάκριβό μου αστέρι», είπε κι άγγιξε τις άκρες των χειλιών της, «Φοβάμαι, αλλά δεν έχω νιώσει ποτέ τόση ζέστη στο κορμί μου».

Ύστερα βούτηξε τα χέρια της στο όνειρο. Παραμέρισε τους εφιάλτες, κάλυψε το μαύρο με λευκό, έστρωσε στη λίμνη την παλέτα της ψυχής της, πασπάλισε με αστρόσκονη κι ανάσανε πάνω στο φως κυματάκια από φίλντισι. Τράβηξε την πέτρα στην άκρη της λίμνης και στα βράχια ξεχύθηκε ένα αστραφτερό ποτάμι. Τα δάκρυα έσταξαν στην άκρη του γκρεμού κι αιωρήθηκαν πάνω απ’ τη μικρή πόλη. Έπεσαν στα μάτια των ανθρώπων κι εκείνοι ονειρεύτηκαν την ευτυχία.

«Μακάρι να αναζητήσουν το όραμά τους», είπε η γυναίκα και το αστέρι στόλισε το λαιμό της με λευκόχρυσο. 

Μετά έσκυψε στη λιμνούλα, που είχε σχεδόν στερέψει. Έκλεισε στη χούφτα της το τελευταίο μαργαριταρένιο φως και σηκώθηκε προσεκτικά. Παραμέρισε το πέπλο από βαθύ, μοβ σκοτάδι κι η αγριοφραουλιά έδωσε στο αστέρι ένα καρπό χωρίς αγκάθια. Πλησίασε τον άντρα, τα γυμνά της πόδια αέρινα πάνω στις πέτρες. Σκούπισε το δάκρυ με τις άκρες των μαλλιών της. Άνοιξε τα χέρια κι άφησε το όνειρο να στάξει στο μέτωπό του. 

«Λένε ότι ο καρπός μιας αγριοφραουλιάς, αν δεν έχει αγκάθια, μπορεί να θεραπεύσει κάθε ασθένεια», του ψιθύρισε γλυκά.

Ύστερα στράφηκε στο αστέρι. Τα χείλη της δεν ήταν πια λευκά, είχαν ροδίσει. Κι ήταν γεμάτο το κορμί της ζεστασιά. Τα μάτια της δυο θάλασσες από έβενο και στα μαλλιά της λαμπερά μαργαριτάρια, «Πες μου, αγαπημένο αστέρι: Αν ξαναδείς, από ψηλά, μια γυναίκα να γέρνει στην άκρη των βράχων, να μαζεύει όνειρα και να τ’ ανακατεύει με το χέρι της. Αν τη δεις να προσπαθεί να κλέψει λίγη από τη ζέστη τους. Πες μου ότι θα κατεβείς… Πως θα της πεις πόσο παράξενη φαίνεται απ’ τη σκιά του φεγγαριού». 

«Το υπόσχομαι», είπε το αστέρι και της χάρισε ένα δάκρυ από φως.

Το έβαλε στα μαλλιά της και διαλύθηκε σιωπηλά. Ο άνεμος γέμισε μικρούς σπινθηρισμούς. Το αστέρι χόρεψε μέσα τους και, αφήνοντας μια ουρά από ασημόσκονη, ανέβηκε βιαστικά ως το στερέωμα. Λίγο πιο πέρα, η αγριοφραουλιά χαλάρωσε τ’ αγκάθια της για να αποκοιμηθεί.

Το φεγγάρι έσταζε στις ξερολιθιές.

Κι είχε ένα βαθύ, μοβ χρώμα η νύχτα.

Σε λίγες ώρες, ο άντρας θα καλημέριζε την αυγή και θα ανακάλυπτε δίπλα του μια κόκκινη, ζουμερή αγριοφράουλα.

Ο Κωνσταντίνος Κατσούλης – Δημητρίου γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα, αλλά κατάγεται από την Άρτα. Είναι τελειόφοιτος του Βιολογικού Πανεπιστημίου Κρήτης και ασχολείται με τη συγγραφή εδώ και τρία χρόνια περίπου.